Τι φέρνει η πίεση για λύση στο κυπριακό | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Τι φέρνει η πίεση για λύση στο κυπριακό

Οι Έλληνες, οι Τούρκοι και η στάση ΕΕ και ΗΠΑ
Περίληψη: 

Οι πιέσεις για να βρεθεί μια τελική λύση στο κυπριακό πρόβλημα έχουν αρχίσει πάλι να αυξάνονται από και προς κάθε πλευρά. Ωστόσο, για να κατανοήσουμε την σημερινή κατάσταση και τις συγκυρίες πρέπει να ανατρέξουμε στην ιστορία.

Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ Κ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ είναι Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω

Όσο πλησιάζει ο καιρός για ν’ αρχίσουν οι συνομιλίες μεταξύ των Ελλήνων της Κύπρου και των Τουρκοκυπρίων σύμφωνα με την δεδηλωμένη βούληση της νέας κυπριακής κυβέρνησης, κλιμακώνεται η δημοσιότητα ώστε να εμφανισθεί η εξέλιξη αυτή σαν μια μεγάλη ευκαιρία, αφ’ ενός λόγω των ενισχυμένων διαπραγματευτικών ερεισμάτων της Κύπρου που προέρχονται από την αναβαθμισμένη γεωπολιτική της θέση χάριν της αποδεδειγμένης πλέον ύπαρξης υδρογονανθράκων και φυσικού αερίου στην ΑΟΖ της, αφ’ ετέρου λόγω της πλειστάκις εκφρασθείσης βούλησης των Ηνωμένων Πολιτειών και των εταίρων μας της Ε.Ε. να βοηθήσουν στην εξεύρεση λύσης του κυπριακού εν όψει των πολύ ανησυχητικών εξελίξεων στην Μέση Ανατολή. Αυτό ερμηνεύεται ως ότι θα ασκήσουν πίεση στην Τουρκία για να λυθεί ένα χρονίζον πρόβλημα στην περιοχή όπου αναφύονται συνεχώς καινούργια προβλήματα.

Η «ευτυχής» συγκυρία είναι διττή: αφ’ ενός η εκλογή του Νίκου Αναστασιάδη, δηλωμένου οπαδού τής συμφωνημένης λύσης, και αφ’ ετέρου η ένδεια στην οποία έχει περιέλθει η Κύπρος που επιτρέπει πιέσεις και εκβιασμούς εκ μέρους των «συμμάχων» μας.

Υπάρχει και ένας επιπρόσθετος ανομολόγητος λόγος που οι Ην. Πολιτείες και η Ε.Ε. σπεύδουν στην συγκυρία αυτή να πιέσουν για λύση τού κυπριακού. Είναι το γεγονός ότι η ελληνική κοινότητα τους την «ξεγέλασε» το 2004. Η Ε.Ε. έδωσε πίστη τότε στις διαβεβαιώσεις τής ηγεσίας ότι οι Κύπριοι θα υπερψήφιζαν το Σχέδιο Ανάν και εδέχθησαν την Κύπρο, και μάλιστα ολόκληρη την Κύπρο, ως πλήρες μέλος της Ένωσης. Έκτοτε οι Ευρωπαίοι αναζητούσαν την ευκαιρία να πάρουν το αίμα τους πίσω. Το σχέδιο λύσης, όπως είχε διατυπωθεί, ήταν απόρροια των ενδόμυχων επιθυμιών και ενδεχομένως και του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού τής ηγεσίας τής Ε.Ε., που προσβλέπει στην διαμόρφωση συνθηκών όπου οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών εκ των πραγμάτων θα τηρούν τη γραμμή των Βρυξελλών και θα είναι ελεγχόμενες από την γραφειοκρατία της Ε.Ε. Αυτό επιτυγχάνεται είτε απονευρώνοντας ένα κράτος οικονομικά είτε πολιτικά. Ήδη αυτό σήμερα φαντάζει μονόδρομος στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζουν τα κράτη του Νότου. Αλλά η ανάπτυξη της πτυχής αυτής δεν είναι της παρούσης…

Άρθρα με θετικό περιεχόμενο για τις επικείμενες συνομιλίες και την τυχόν λύση δημοσιεύονται πολύ συχνά στον κυπριακό αλλά και στον ελληνικό και διεθνή τύπο και, μάλιστα, συνοδεύονται και από το χιλιοαναμασημένο σενάριο ότι ο δυτικός παράγοντας θα πιέσει την Τουρκία να επιστρέψει την Αμμόχωστο για να δείξει την καλή της θέληση εν όψει ενάρξεως των συνομιλιών. Ενδέχεται να είναι έτσι. Αυτό, βέβαια, θα είναι προς όφελος της Τουρκίας γιατί θα παράξει καλή θέληση και εφησυχασμό από πλευράς των Ελληνοκυπρίων, οπότε και τυχόν υποχωρήσεις θα γίνουν αποδεκτές πιο εύκολα με την δικαιολογία ότι οι Τούρκοι έχουν αλλάξει.

Μικρή αμφιβολία υπάρχει ότι αν στην Κύπρο κατοικούσαν δύο κοινότητες μη μουσουλμανικές θα μπορούσαν να «τα βρουν» και να ζήσουν αρμονικά μεταξύ τους σε «αγαστή συνεργασία». Το πρόβλημα επιδεινώνεται όταν η μια κοινότητα δεν είναι μόνο μουσουλμανική αλλά τουρκική, ασχέτως αν οι Τουρκοκύπριοι διαφέρουν από τους Τούρκους – δεν παύουν να ελέγχονται από την Τουρκία η οποία έχει αποκαλυφθεί τελευταίως (παρ’ όλο που επανέφερε την μαντίλα για τις Τουρκάλες) και συμπεριφέρεται σαν περιφερειακή υπερδύναμη (pivotal state) και έχει την φιλοδοξία να ηγεμονεύει στην Μέση Ανατολή και όχι μόνο.

Για να κατανοήσουμε την σημερινή κατάσταση και τις συγκυρίες πρέπει να ανατρέξουμε στην ιστορία. Η Τουρκία παραδοσιακά χρησιμοποιείτο από τις εκάστοτε μεγάλες δυτικές δυνάμεις ως ανάχωμα για την κάθοδο της Ρωσίας στη Μεσόγειο. Αρχικά από τη Μ. Βρετανία και αργότερα από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μεταξύ των δύο αυτών περιόδων συμμάχησε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο με την Γερμανία και στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο παρέμεινε ουδέτερη, αλληθωρίζοντας όμως προς την Γερμανία, αναμένοντας προς τα πού θα κλίνει η ζυγαριά για να συμμαχήσει με τον νικητή την τελευταία στιγμή. Για τον λόγο αυτό η Τουρκία πέρασε στην ιστορία ως ο «Επιτήδειος Ουδέτερος» (The Evasive Neutral) κατά τον πολύ επιτυχημένο ορισμό τού Frank Weber.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, λόγω των συμφερόντων των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή, η Τουρκία αναδείχθηκε σε προνομιούχο αποδέκτη τεράστιας βοήθειας εμφανιζόμενη ως εμπόδιο στις βλέψεις του Ανατολικού Μπλοκ κατά του Δυτικού κόσμου. Οι ΗΠΑ έφθασαν στο σημείο να θεωρούν την Τουρκία ως τον προνομιακό τους εταίρο στην περιοχή και να συναινέσουν στην κατάληψη της Κύπρου. Γι’ αυτό όμως ευθύνεται επίσης η Κύπρος όσο και η Ελλάδα.

Καθ’ όλη την πρόσφατη διαδρομή της, η Τουρκία εθεωρείτο από τη Δύση από γεωπολιτικής άποψης, ίσως δικαίως λόγω της άμεσης γειτνίασης με τον βασικό «εχθρό» της, την Σοβιετική Ένωση, ως η πιο σπουδαία σύμμαχος στην περιοχή κυρίως λόγω του όγκου της.