Η απατηλή τουρκική δημοκρατία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η απατηλή τουρκική δημοκρατία

Οι πολιτικοί βαρόνοι που κρατούν πίσω την Τουρκία
Περίληψη: 

Κατά την διάρκεια της εποχής τού ΑΚΡ υπήρξαν σημαντικές βελτιώσεις στην τουρκική πολιτική σκηνή. Όμως, το εξελισσόμενο σκάνδαλο διαφθοράς δείχνει ότι η Τουρκία εξακολουθεί να απέχει πολύ από το να είναι μια πραγματική δημοκρατία.

Ο STEVEN A. COOK είναι βασικός συνεργάτης για μελέτες Μέσης Ανατολής στην έδρα Hasib J. Sabbagh στο Council on Foreign Relations [1]. Είναι ο συγγραφέας τού βιβλίου με τίτλο The Struggle for Egypt: From Nasser to Tahrir Square.

Το 1996, ο Ergun Ozbudun, ένας πολύ γνωστός και σεβαστός Τούρκος ακαδημαϊκός, δημοσίευσε ένα άρθρο στην Δημοκρατική Επιθεώρηση με τίτλο «Τουρκία: Πόσο μακριά από την Ενοποίηση;». Ξεκινώντας από το έργο των πολιτικών επιστημόνων Guillermo O'Donnell, Adam Przeworski, και Samuel Huntington, ο Ozbudun προσπάθησε να εξετάσει τις προκλήσεις για την ανάπτυξη της θεσμικής δημοκρατίας στην Τουρκία. Την εποχή που ο Ozbudun έγραφε, η Τουρκία απολάμβανε πολυκομματική πολιτική ήδη από το 1946 και είχε διεξαγάγει 12 συνεχόμενες ελεύθερες και δίκαιες εκλογές, και οι Τούρκοι είχαν εσωτερικεύσει τα δημοκρατικά πρότυπα. Αλλά η χώρα δεν μπορούσε ακόμη να θεωρηθεί ως εδραιωμένη δημοκρατία, μια κατάσταση στην οποία η δημοκρατία, έχει, σύμφωνα με τα λόγια τού Przeworski, «γίνει το μόνο παιχνίδι στην πόλη, όταν κανείς δεν μπορεί να φανταστεί να ενεργεί εκτός των δημοκρατικών θεσμών, όταν όλο κι όλο που θέλουν να κάνουν οι χαμένοι είναι να προσπαθήσουν ξανά εντός των ίδιων θεσμών βάσει των οποίων έχουν χάσει». Ο Ozbudun και άλλοι αναλυτές τής εποχής εντόπισαν τέσσερα κύρια εμπόδια: τον κατακερματισμό των κομματικών πολιτικών, τον σημαίνοντα ρόλο τού στρατού, τον ισλαμισμό μαζί με την έλλειψη της σύγκλισης μεταξύ των ελίτ των ισλαμιστών πολιτικών και των κοσμικών ομολόγων τους, και τον κουρδικό εθνικισμό.

Όταν, έξι χρόνια μετά το άρθρο τού Ozbudun, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) ανήλθε στην εξουσία και ξεκίνησε ένα πρόγραμμα ευρείας κλίμακας πολιτικών μεταρρυθμίσεων, οι παρατηρητές έκριναν ότι υπήρχε ελπίδα ότι η Τουρκία θα ξεπεράσει τα προβλήματά της. Παρ’ όλη την αλλαγή που έχει έρθει στη χώρα την δεκαετία που μεσολάβησε - συμπεριλαμβανομένης τής διευθετήσεως του ρόλου τού στρατού, της σταθεροποίησης των κομματικών πολιτικών, και τις βελτιώσεις στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική κατάσταση των Κούρδων - το τουρκικό πολιτικό σύστημα παραμένει ακριβώς εκεί όπου βρισκόταν όταν ο Ozbudun έβαζε την πένα του στο χαρτί. Το πρόσφατο σκάνδαλο διαφθοράς που κατατρώει το ΑΚΡ και τον πρωθυπουργό Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι απλώς η πιο σημαντική και εντυπωσιακή εκδήλωση αυτής της πραγματικότητας. Όπως και στην δεκαετία τού 1990, η μετάβαση της Τουρκίας παραμένει κολλημένη μεταξύ αυταρχικής διάλυσης και εδραίωσης της δημοκρατικής πολιτικής τάξης. Ωστόσο, αν μη τι άλλο, τα προβλήματα της Τουρκίας είναι τώρα πιο βαθιά.

Αυτή η ιστορία αρχίζει με την πρώτη θητεία τού ΑΚΡ, η οποία διήρκεσε από το 2002 έως το 2007. Εκείνες τις ημέρες, ο ρεαλισμός και η συναίνεση χαρακτήριζαν την τουρκική πολιτική. Υπήρχαν διαμάχες, φυσικά, αλλά ο Ερντογάν φαινόταν αποφασισμένος να μην κάνει τίποτα που θα μπορούσε να θυμώσει άσκοπα τους αντιπάλους του και να θέσει σε κίνδυνο το φιλόδοξο πρόγραμμά του. Τα πρώτα εξωτερικά σημάδια ότι κάτι δεν πήγαινε καλά - ότι το ΑΚΡ και άλλοι προσπάθησαν και να χρησιμοποιήσουν τα θεσμικά όργανα του κράτους αλλά και να τα παρακάμψουν - ήρθαν με την συνωμοσία Εργκένεκον. Τον Ιούνιο του 2007, η αστυνομία τής Κωνσταντινούπολης αποκάλυψε μια υποτιθέμενη συνωμοσία μεταξύ αξιωματικών τού στρατού, μυστικών πρακτόρων, καθώς και στοιχείων τού οργανωμένου εγκλήματος με σκοπό την ανατροπή τής κυβέρνησης. Η διερεύνηση έφερε ανακούφιση και μια κάποια ευθυμία σε πολλούς Τούρκους, οι οποίοι από καιρό ζούσαν με το φόβο αυτού που συνήθως αναφέρεται ως «βαθύ κράτος».

Μετά την υπόθεση Εργκένεκον ήρθε η έρευνα για την υπόθεση Βαριοπούλα το 2010, η οποία ενέπλεξε μεγάλο αριθμό ανώτατων στρατιωτικών διοικητών σε μια άλλη υποτιθέμενη προσπάθεια να ρίξουν την κυβέρνηση. Δεδομένης της ιστορίας των πραξικοπημάτων στην Τουρκία - υπήρχαν τέσσερις τέτοιες στρατιωτικές επεμβάσεις μεταξύ 1960 και 1997 – οι προβληθέντες ισχυρισμοί φαίνονταν απολύτως εύλογοι. Και, πάλι, υπήρχε λόγος ώστε η τουρκική κοινή γνώμη να αισθανθεί άνετα με τις έρευνες. Με τον καιρό, όμως, ήρθε στο φως ότι σημαντικά τμήματα των στοιχείων και στις δύο περιπτώσεις ήταν σαθρά ή ακόμα και κατασκευασμένα. Η Εργκένεκον, ειδικότερα, έγινε μια συνωμοσία μέσα σε μια συνωμοσία, που χρησιμοποιείται για να κυνηγήσει τόσο τους ανθρώπους που θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν σχεδιάσει την ανατροπή τής εκλεγμένης κυβέρνησης όσο και τους ειλικρινείς, αλλά κατά τα άλλα ειρηνικούς επικριτές τού ΑΚΡ. Επίσης, στόχος ήταν κι εκείνοι που επέκριναν τους συμμάχους τού κόμματος εκείνη την εποχή, τους οπαδούς τού Fethullah Gulen – ενός Τούρκου κληρικού σε αυτοεξορία στις Ηνωμένες Πολιτείες, του οποίου οι οπαδοί πιστεύεται ότι εκπροσωπούνται σε μεγάλο βαθμό στην τουρκική γραφειοκρατία, ιδιαίτερα μεταξύ τής αστυνομίας και των εισαγγελέων.

Τίποτα από αυτά δεν παρέπεμπε στο ότι όλοι όσοι είχαν εμπλακεί στην υπόθεση Εργκένεκον και τις σχετικές έρευνες ήταν αθώοι, αλλά στον ζήλο τους να προστατεύσουν το κράτος δικαίου, ισοπεδώνοντας το ισχυρό και αρκετά συχνά κατασταλτικό κράτος εθνικής ασφάλειας τής Τουρκίας, οι εισαγγελείς έκαναν το αντίθετο. Η υπόθεσή τους δεν πληροί ακόμη τις ελάχιστες νομικές προδιαγραφές και έγινε κάτι λίγο περισσότερο από ένα κυνήγι μαγισσών. Η Τουρκία, φυσικά, δεν είναι μοναδική από την άποψη αυτή, αλλά οι υποθέσεις Εργκένεκον και Βαριοπούλα ήταν σαφώς τόσο σχετικές με την χρήση των θεσμικών οργάνων τής πολιτείας για τιμωρίες και πολιτικούς εκφοβισμούς όσο και για την αναζήτηση δικαιοσύνης απέναντι σε παρανομίες.