Νέα πλήγματα στην ασφάλεια της Μέσης Ανατολής | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Νέα πλήγματα στην ασφάλεια της Μέσης Ανατολής

Οι γεωστρατηγικοί ενδοϊσλαμικοί ανταγωνισμοί στο σύστημα Συρίας-Λιβάνου
Περίληψη: 

Σαουδική Αραβία και Ιράν ανταγωνίζονται για επιρροή στη Μέση Ανατολή, με αιχμή την ήδη συγκλονισμένη περιοχή τής Συρίας. Στο πλαίσιο αυτό, το υποσύστημα Συρίας-Λιβάνου θέτει νέους κινδύνους για την ασφάλεια στην περιοχή.

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Θ. ΜΑΖΗΣ είναι καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας/Γεωπολιτικής, Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών, ΕΚΠΑ
Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΑΡΛΗΣ είναι υπ. Δρ. Γεωπολιτικής, Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών, ΕΚΠΑ

Από το 2012 η συριακή κρίση απέκτησε κλιμακούμενη περιφερειακή διάσταση, με διεθνείς απολήξεις. Με επίκεντρο την Συρία διαμορφώθηκαν δύο ανταγωνιστικά υποσυστήματα: αφενός μεν το Ιράν, η λιβανική σιιτική οργάνωση Χεζμπολά, το Ιράκ και η Ρωσία, υποστηρικτές τού καθεστώτος Άσαντ και αφ' ετέρου η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία, το Κατάρ, τα ΗΑΕ και οι υπερσυστημικοί παράγοντες ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία και Γαλλία, υποστηρικτές των σουνιτικών εξτρεμιστικών και κοσμικών αντικαθεστωτικών ομάδων [1]. Αμερικανός αξιωματούχος προέβη στην εξής προσφυή παρατήρηση καταγραφείσα σε πρόσφατη έκθεση τού International Crisis Group: «Η κρίση στην Συρία έχει μεταλλαχθεί: από έναν συριακό πόλεμο με περιφερειακές επιπτώσεις μετατρέπεται σε έναν περιφερειακό πόλεμο με συριακό επίκεντρο» [2].

Η ρευστότητα στο πεδίο των συγκρούσεων, ενταθείσα κατά το πρώτο εξάμηνο του 2013, οδήγησε σε απώλεια στρατηγικού εδάφους από τις κυβερνητικές δυνάμεις (την βόρεια περιοχή τού Χαλεπίου, την περιφερειακή πρωτεύουσα Ράκα στα ανατολικά και την στρατηγική πόλη Κουσάιρ στα δυτικά, πλησίον των συρο-λιβανικών συνόρων), έχουσα ως συνέπεια την απειλή της επιβιώσεως του καθεστώτος Άσαντ. Επιπλέον, αντικαθεστωτικές ομάδες ήλεγχαν περιοχές περιμετρικά της Δαμασκού.

Το ενδεχόμενο της πτώσεως του καθεστώτος Άσαντ θεωρήθηκε από την Τεχεράνη ως ζωτικής σημασίας απειλή για τα συμφέροντα του Ιράν εντός τού συστήματος της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής. Η Συρία κατέχει κεντρικό ρόλο στους γεωστρατηγικούς σχεδιασμούς τού Ιράν. Το κοσμικό, μπααθικό καθεστώς τού Χάφεζ αλ Άσαντ (πατρός τού σημερινού προέδρου) ήταν το πρώτο το οποίον αναγνώρισε, τον Φεβρουάριο του 1979, την Ισλαμική Δημοκρατία την ιδρυθείσα υπό του Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί στο Ιράν. Πρόκειται περί στρατηγικής συνεργασίας τριών δεκαετιών μη βασιζομένης επί θρησκευτικών ή ιδεολογικών θεμελίων, αλλά επί γεωπολιτικών δεδομένων και γεωστρατηγικών συμφερόντων. Το καθεστώς Άσαντ παρέχει στο Ιράν ζωτικό στρατηγικό βάθος, προσφέροντας στην Τεχεράνη κρίσιμη πρόσβαση προς το γεωπολιτικό σύστημα της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου.

Αυτή η πρόσβαση παρέχει πολλαπλά πλεονεκτήματα στο σιιτικό Ιράν. Πρωτίστως, δίδει την δυνατότητα στην Τεχεράνη να μεταφέρει οπλικά συστήματα και ευρύτερη υποστήριξη προς την λιβανική οργάνωση Χεζμπολά. Μέσω της παρουσίας τής σιιτικής Χεζμπολά στο νότιο Λίβανο, η Τεχεράνη δύναται να ασκεί πιέσεις στο Ισραήλ και συνεπώς να αποκτά στρατιωτική και διπλωματική ισχύ στον ανταγωνισμό της με την Ιερουσαλήμ.

Επιπλέον, μετά την αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ το 2003 και την διάλυση του μπααθικού καθεστώτος (με σουνιτικό πολιτιστικό υπόβαθρο) του Σαντάμ Χουσεΐν, το Ιράν και η Συρία απέκτησαν την δυνατότητα ελέγχου των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων επί του ιρακινού εδάφους και σταδιακά μπορούσαν να προβάλλουν την de facto επιρροή τής Τεχεράνης επί της εύθραυστης κυβερνήσεως της Βαγδάτης. Το γεγονός τούτο επιτρέπει στο Ιράν την συγκρότηση ενός δικού του πλέγματος γεωστρατηγικής ισχύος. Πρόκειται περί μιας οριζοντίου ευθυγραμμίσεως κρατών και συμμάχων, εκτεινομένη εκ της Κεντρικής Ασίας μέχρι την ακτή τής Μεσογείου. Αποτελεί συνεπώς στρατηγική ευθυγράμμιση, που ξεκινά από την Τεχεράνη, διατρέχει το Ιράκ (κυβέρνηση του σιίτη Νούρι αλ Μαλίκι) και την Συρία (καθεστώς τού Αλαουίτη Μπασάρ αλ Άσαντ) και καταλήγει στον Λίβανο (σιιτική οργάνωση Χεζμπολά).

Συνεπώς, η Συρία, δια της, ιδιαίτερης γεωπολιτικής σπουδαιότητας, γεωγραφικής της θέσεως, αποτελεί το κέντρο βάρους και την επικοινωνιακή δικλείδα τού ανωτέρω ιρανικού ηγεμονικού υποσυστήματος. Το καθεστώς Άσαντ, που συνιστά γεωπολιτικό ακρογωνιαίο λίθο αυτής της ευθυγραμμίσεως, αποτελεί διττά το στρατηγικό βάθος, αφενός μεν εξ ανατολών προς τις, ιρακινής προελεύσεως, σιιτικές οργανώσεις (την Asa'ib Ahl Al-Haq and την Kataeb Hezbollah [3]), και εκ δυσμών προς την λιβανική (Hezbollah).

Η κλιμακούμενη, τον Μάρτιο του 2013, απειλή των αντικαθεστωτικών δυνάμεων εναντίον τού καθεστώτος Άσαντ, έθεσε σε δεινή δοκιμασία την γεωστρατηγική περιφερειακή αρχιτεκτονική τής Τεχεράνης. Η πτώση τού καθεστώτος Άσαντ αυτομάτως θα διέλυε, στο κέντρο τού μεσανατολικού συστήματος, το γεωστρατηγικό πλέγμα τής ιρανικής προβολής ισχύος. Συνεπώς, προς βορρά θα ενισχύετο ο περιφερειακός ρόλος τής Τουρκίας, ενώ θα επέτρεπε στα σουνιτικά κράτη τού Κόλπου, και κυρίως στη Σαουδική Αραβία, να χρησιμοποιήσουν τα συριακά εδάφη για την δική τους αμφίπλευρη προβολή ισχύος επί του Λιβάνου και του Ιράκ, ενισχύοντας το σουνιτικό στοιχείο έναντι του σιιτικού, στις δύο αυτές χώρες.

Η ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΣΙΙΤΙΚΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ

Τον Απρίλιο του 2013, η Τεχεράνη αποφάσισε να εντατικοποιήσει την άμεση εμπλοκή της στον συριακό πόλεμο, επιθυμούσα την διασφάλιση της βιωσιμότητας του καθεστώτος Άσαντ και συνεπώς την μακροημέρευση του γεωστρατηγικού πλέγματος της ιρανικής προβολής ισχύος. Η κλιμακούμενη ενεργοποίηση του σιιτικού παράγοντα επρόκειτο να τεθεί υπό το συντονισμό τής επίλεκτης μονάδας των «Φρουρών τής Επανάστασης», δηλαδή της «Δύναμης Αλ Κουντς», έχοντας ως κύρια αιχμή τις μονάδες τής λιβανικής σιιτικής παραστρατιωτικής οργάνωσης Χεζμπολά και απολαμβάνοντας την υποστήριξη ιρακινών σιιτικών παραστρατιωτικών ομάδων (Asa'ib Ahl Al-Haq και Kataeb Hezbollah).

Η κατεύθυνση της γεωστρατηγικής ενεργοποιήσεως του σιιτικού παράγοντα εντός του συριακού εδάφους ήταν διττής φύσεως: αμυντική και επιθετική. Ο κύριος στόχος ήταν η διατήρηση ενός ζωτικού εδαφικού διαδρόμου στην κεντρική Συρία, εκτεινομένου εκ των συνόρων τής ανατολικής Συρίας με το Ιράκ και μέσω της Δαμασκού ο οποίος καταλήγει στις μεσογειακές συριακές ακτές. Στον εδαφικό αυτόν διάδρομο, τον διαπερνώντα την συριακή ενδοχώρα, κατοικούν οι Αλαουίτες (η θρησκευτική ομάδα στην οποία ανήκει η οικογένεια Άσαντ) και η πλειοψηφία των Χριστιανών και Δρούζων, μειονότητες οι οποίες στην πλειοψηφία τους δεν στρέφονται εναντίον τού καθεστώτος Άσαντ [4].