Η πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική τής Τουρκίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική τής Τουρκίας

Η στρατηγική τής ήπιας ισχύος στα Βαλκάνια και τον Καύκασο
Περίληψη: 

Ο ακτιβισμός τής Τουρκίας τα τελευταία χρόνια παρατηρείται κυρίως στην εγγύς γειτονιά της. Παρεμβαίνοντας με ήπιους τρόπους (στην εκπαίδευση, τον πολιτισμό και την θρησκεία) με πρωτοβουλίες μη κρατικών δρώντων και με άσκηση μη συμβατικών μορφών διπλωματίας συμπληρώνει αποτελεσματικά την εξωτερική της πολιτική, διευρύνοντας σημαντικά το πεδίο δράσης της.

Η ΕΥΠΡΑΞΙΑ ΝΕΡΑΝΤΖΑΚΗ είναι τουρκολόγος, μέλος τής ερευνητικής ομάδας τού Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών (ΚΕΜΜΙΣ).

Δεν χωράει αμφιβολία ότι η Τουρκία αναδεικνύεται σε μια υπολογίσιμη περιφερειακή παρουσία, η δυναμική της οποίας βέβαια εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Ο ακτιβισμός τής Τουρκίας τα τελευταία χρόνια παρατηρείται κυρίως στην εγγύς γειτονιά της. Πολύ λόγος γίνεται για την πολιτική της στην Μέση Ανατολή –ίσως και δικαίως καθώς το παγκόσμιο ενδιαφέρον είναι στραμμένο στην περιοχή. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όμως, παρουσιάζει και η παρουσία της χώρας προς τα δυτικά, κυρίως στα Βαλκάνια, και περισσότερο στις χώρες που υπάρχει μουσουλμανικό ή τουρκικό στοιχείο. Η πολιτική που ακολουθεί η χώρα είναι πολυεπίπεδη και περιλαμβάνει την συμμετοχή κρατικών αλλά και μη κρατικών δρώντων.

Πολλοί αναλυτές ερμηνεύουν τον ακτιβισμό της Τουρκίας ως έναν τουρκικό «νεο-Οθωμανισμό» και ως προσπάθεια της Τουρκίας να αυξήσει την επιρροή της σε χώρες που αποτελούσαν έδαφος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, βασιζόμενη στους θρησκευτικούς, πολιτισμικούς και ιστορικούς δεσμούς με αυτές. Πολλοί δείχνουν τον νυν υπουργό Εξωτερικών και πρώην σύμβουλο της κυβέρνησης επί θεμάτων εξωτερικής πολιτικής ως τον αρχιτέκτονα της πολιτικής αυτής. Ο ίδιος απορρίπτει τον νεο-Οθωμανισμό ως πολιτική ιδεολογία και μιλάει αποκλειστικά για πολιτισμικούς και ιστορικούς δεσμούς. Ο όρος «νεο-Οθωμανισμός», όμως, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά για να περιγράψει την πολιτική τού Τουργκούτ Οζάλ και το άνοιγμα στην περιφέρεια της Τουρκίας. Ο Οζάλ επιδίωξε να εγκαινιάσει έναν νέο, πιο συνολικό τρόπο διαμόρφωσης πολιτικής, ξεπερνώντας τον απομονωτισμό που υπαγόρευαν τα κεμαλικά πρότυπα. Ανάλογη ήταν και η προσέγγιση του Ισμαήλ Τζεμ, υπουργού Εξωτερικών στα τέλη τής δεκαετίας τού 1990• πίστευε ότι: «Αν η Τουρκία θέλει γίνει μια χώρα με κάποια σημασία για τον υπόλοιπο κόσμο, πρέπει πρώτα να αγκαλιάσει το παρελθόν της ως αυτοκρατορικής δύναμης και να εμπλέξει την άμεση γειτονιά της» [1]. Το κυβερνών Κόμμα τής Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) συνέχισε να πορεύεται σε αυτά τα βήματα, ενώ η εσωτερική σταθερότητα και η οικονομική ανάπτυξη προσέφεραν στην Τουρκία περισσότερες ευκαιρίες στο πεδίο τής εξωτερικής πολιτικής. Το ΑΚΡ επιδίωξε (και επιδιώκει) να ενισχύσει το προφίλ τής χώρας στο εξωτερικό και να προβάλει την επιρροή της στην περιφερειακή σκηνή, εξασφαλίζοντας μια κεντρική θέση.

Οι συγκρούσεις στα Βαλκάνια ανάδευσαν ιστορικούς δεσμούς τής Τουρκίας με τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς τής περιοχής και μεγέθυναν τους ιστορικούς παραλληλισμούς τής θέσης τής σύγχρονης Τουρκίας με την λάμψη τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας [2]. Παράλληλα, η αλλαγή των συνόρων και τα νέα ανεξάρτητα κράτη που προέκυψαν προσέφεραν νέες ευκαιρίες τόσο στα Βαλκάνια όσο και στον Καύκασο. Η Τουρκία έσπευσε, την αρχή τής δεκαετίας τού 1990, να αναγνωρίσει τα νέα κράτη, το ίδιο έπραξε αργότερα και με το Κόσοβο. Ευνοϊκό κλίμα για την ανάμειξη της Τουρκίας στην περιοχή δημιουργήθηκε και λόγω της απομάκρυνσης των διαφόρων ιδρυμάτων και μορφών σαλαφικής επιρροής στα τέλη τού 1990. Το κενό αυτό προσπάθησαν να καλύψουν οι τουρκικοί δρώντες τόσο σε επίπεδο κράτους ή στο επίπεδο της κοινωνίας. Ένας ακόμα παράγοντας που ευνόησε την ενεργό παρουσία της Τουρκίας ήταν η κοινή ευρωπαϊκή πορεία τής Τουρκίας και των Βαλκανίων. Ο κοινός προορισμός ενδυνάμωσε τις διασυνοριακές σχέσεις και προώθησε την συνεργασία, διευκολύνοντας έτσι το άνοιγμα της Τουρκίας στην περιοχή. Η μετέπειτα σχετική εξασθένιση της επιρροής τής Ένωσης συνέβαλλε ίσως στην αύξηση της αυτοπεποίθησης της Τουρκίας και στην ανάληψη περισσότερων πρωτοβουλιών [3].

Ο καθηγητής Μπουλέντ Αράς εξηγεί ότι η τουρκική πολιτική τού ΑΚΡ στα Βαλκάνια αναπτύσσεται σε τρία διαφορετικά επίπεδα. Το πρώτο είναι το επίπεδο των διμερών σχέσεων και η προώθησή τους στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Το δεύτερο έγκειται στην δημιουργία τριμερών μηχανισμών, ενώ σε ένα τρίτο επίπεδο στοχεύει στην επίτευξη ευρέων συνεργασιών μέσω δομών όπως την Διαδικασία Συνεργασίας των Χωρών τής Νοτιοανατολικής Ευρώπης (South East Europe Cooperation Process - SEECP) και το Συμβούλιο Περιφερειακής Συνεργασίας (Regional Cooperation Council - RCC) ώστε να προωθήσει την οικονομική αλληλεξάρτηση και να διασφαλίσει το μέλλον των πολιτικών σχέσεων [4]. Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία επιδίωξε να βελτιώσει τις σχέσεις με όλες τις χώρες. Έτσι, βλέπουμε, για παράδειγμα, την επίσκεψη του προέδρου Αμπντουλάχ Γκιούλ στο Βελιγράδι τον Οκτώβριο του 2009, μια επίσκεψη ανώτερου Τούρκου αξιωματούχου για πρώτη φορά μετά από περίπου 23 χρόνια. Πέρα από τις διμερείς σχέσεις, η Τουρκία επιδίωξε να αποκτήσει έναν μεσολαβητικό ρόλο στην περιοχή. Στα τέλη του 2009 ξεκίνησαν -με πρωτοβουλία τής Τουρκίας- τριμερείς συνομιλίες [5] για την σταθερότητα στα Βαλκάνια μεταξύ της Σερβίας, της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και της Τουρκίας ενώ λίγο αργότερα ξεκίνησε κάτι ανάλογο μεταξύ της Τουρκίας, της Κροατίας και της Βοσνίας.