Από το κακό στο χειρότερο | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Από το κακό στο χειρότερο

Γιατί οι πιο καινούργιοι ηγέτες τής Ευρώπης θα είναι καταστροφή
Περίληψη: 

Δύο κορυφαίες θέσεις τής ΕΕ σύντομα θα καταληφθούν από ακατάλληλους πολιτικούς. Οι επιπτώσεις θα γίνουν αισθητές στους απλούς πολίτες σε όλη την Ευρώπη.

Ο LORINC REDEI είναι λέκτορας στην Σχολή Δημοσίων Υποθέσεων Lyndon B. Johnson (LBJ) στο Πανεπιστήμιο του Τέξας.

Αργά το βράδυ τού περασμένου Σαββάτου, οι Ευρωπαίοι ηγέτες συλλογικά κατέστησαν την Ευρωπαϊκή Ένωση άσχετη με τις παγκόσμιες υποθέσεις. Μέσω της επιλογής των υποψηφίων σε δύο από τις κορυφαίες θέσεις τής ΕΕ, και με την απόφασή τους να αναβάλουν τις κυρώσεις για την Ρωσία, ακόμη και καθώς τα στρατεύματά της εισέβαλαν [1] στην Ουκρανία, κατέστησαν σαφές ότι προτιμούν μια Ευρώπη που είναι εσωτερικά ανομοιογενής και ανίκανη να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της στο εξωτερικό. Είτε οι Ευρωπαίοι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων ενήργησαν από άγνοια είτε από δειλία, οι επιπτώσεις θα γίνουν αισθητές στους απλούς πολίτες σε όλη την ήπειρο.

Αναμφισβήτητα, η πολιτική τής ΕΕ είναι πιο ασυνάρτητη από ποτέ. Η έκτακτη σύνοδος κορυφής τής ΕΕ [2] όρισε τον πρωθυπουργό τής Πολωνίας, Ντόναλντ Τουσκ, ως τον επόμενο πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, του οργάνου που συγκαλεί τους αρχηγούς των κρατών-μελών της ΕΕ για να δώσουν κατεύθυνση στις πολιτικές. Ο φαινομενικός σκοπός τού προέδρου είναι να αγκαλιάζει τα συμφέροντα ολόκληρης της ηπείρου (σε αντίθεση με εκείνα των μεμονωμένων κρατών-μελών) και να σφυρηλατεί την συναίνεση μεταξύ των διαφόρων εθνικών πρωτευουσών μέσα από εκτενή διμερή επικοινωνία. Ο Τουσκ μπορεί να είναι ένας ταλαντούχος πολιτικός: Είναι ο μόνος πρωθυπουργός που επανεξελέγη στην μετα-κομμουνιστική Πολωνία. Μπορεί επίσης να είναι πολύ αρεστός στις Βρυξέλλες – στο κάτω-κάτω, αναβίωσε όντως το κύρος τής Πολωνίας μέσα στους ευρωπαϊκούς κύκλους, μετά την ταραχώδη ηγεσία των Λεχ και Γιάροσλαβ Καζίνσκι - τους πρώην πρόεδρο και πρωθυπουργό τής Πολωνίας, αντίστοιχα - και είναι γνωστός ως ένας σκληρός διαπραγματευτής [3] στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Αλλά ο Τουσκ παρ’ όλα αυτά είναι εξαιρετικά απίθανο να είναι ένας αρχιτέκτονας της συναίνεσης στην γηραιά ήπειρο. Σε αντίθεση με τον προκάτοχό του, τον απερχόμενο πρόεδρο του Συμβουλίου, Herman Van Rompuy, του οποίου το υπόβαθρο στην ομοσπονδιακή πολιτική τού Βελγίου τού έδωσε δεκαετίες εμπειρίας στην κατασκευή γεφυρών μεταξύ πολλών ανταγωνιστικών παρατάξεων, ο Tusk δεν είναι γνωστός ως ένας επιδέξιος δημιουργός συνασπισμών. Και οι δύο κυβερνήσεις του στην Πολωνία βασίζονταν σε συνασπισμό με έναν μόνο εταίρο στην Κάτω Βουλή (και κανέναν στην Γερουσία). Επιπλέον, ο Tusk δεν μιλάει καθόλου γαλλικά και έχει περιορισμένη γνώση τής αγγλικής γλώσσας [4]. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι θα μπορούσε να οικοδομήσει δημιουργικές ευκαιρίες μεταξύ των πρώην συναδέλφων του, δεδομένης όλης της ταλαιπωρίας που θα υφίσταται απλώς για να επικοινωνεί μαζί τους σε μια κοινή γλώσσα. Το μήνυμα της επιλογής του είναι σαφές: Οι εθνικοί ηγέτες στην Ευρώπη θα προτιμούσαν να μην προωθεί κανείς μια ξεχωριστή ευρωπαϊκή προοπτική που θα μπορούσε να μπει στον δρόμο της δικής τους προσέγγισης του «χαμηλότερου κοινού παρονομαστή».

Δεύτερον, και κάνοντας τα πράγματα πολύ χειρότερα, η υποψήφια της συνόδου κορυφής για να υπηρετήσει ως Ύπατος Εκπρόσωπος της ΕΕ για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, είναι η Federica Mogherini, η σημερινή υπουργός Εξωτερικών τής Ιταλίας. Σε αντίθεση με τον Tusk, η Mogherini είναι πολύγλωσση [5]. Είναι, επίσης, μια ανάσα φρέσκου αέρα στο γηριατρικό περιβάλλον τής ιταλικής πολιτικής. Αλλά της λείπουν δύο από τα πιο βασικά χαρακτηριστικά για να είναι μια αποτελεσματική εκπρόσωπος της εξωτερικής πολιτικής τής ΕΕ: Η εκτελεστική εμπειρία και το διεθνές κύρος.

Η Mogherini [6] δεν έχει καμιά προϋπηρεσία σε πολύπλοκα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν έχει καμία εμπειρία από πρώτο χέρι στην δύσκολη γραφειοκρατία τής Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (European External Action Service) της οποίας θα ηγείται, ούτε έχει ξοδέψει πολύ χρόνο συμμετοχής στο Συμβούλιο – στο κάτω-κάτω, ήταν η υπουργός Εξωτερικών τής Ιταλίας μόνο για έξι μήνες. Η Mogherini δεν μπορεί να ισχυριστεί οποιαδήποτε προηγούμενη υπουργική ή εκτελεστική υπηρεσία - οι προηγούμενες θέσεις της στο πλαίσιο του πολιτικού της κόμματος ήταν πολύ διαφορετικού διαμετρήματος. Υπήρξε απλώς μια εκλεγμένη πολιτικός για έξι χρόνια. Ούτε αυτή είναι γνωστή εκτός Ευρώπης, σε αντίθεση με κάποιες άλλες πιθανές υποψηφιότητες των οποίων τα ονόματα έκαναν τον γύρο των φημολογιών στις Βρυξέλλες (συμπεριλαμβανομένων του Γερμανού υπουργού Εξωτερικών Frank-Walter Steinmeier, του υπουργού Εξωτερικών τής Πολωνίας Radek Sikorski ή του Σουηδού υπουργού Εξωτερικών Carl Bildt).

Η επιρροή τής Mogherini όταν προσπαθήσει να μιλήσει στο όνομα της Ευρώπης, ως εκ τούτου, θα είναι ελάχιστη – οι ξένες κυβερνήσεις είναι απίθανο να την πάρουν στα σοβαρά. Για να γίνουν τα πράγματα χειρότερα, έχει την φήμη ότι είναι υπερβολικά πρόθυμη [7] να διευθετήσει τα ρωσικά συμφέροντα. Αν αυτό είναι αλήθεια ή όχι, μόνο ο χρόνος θα δείξει. Ωστόσο, αυτή η αντίληψη και μόνο καθιστά τον διορισμό της ένα επικίνδυνο μήνυμα προς την Ρωσία, ιδιαίτερα σε μια εποχή κατά την οποία η πιο σημαντική πρόκληση της εξωτερικής πολιτικής τής Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η αντιμετώπιση της Μόσχας. Η υποτιθέμενη σκληρότερη γραμμή τού Τουσκ ενάντια στην Μόσχα δεν μπορεί να αντισταθμίσει αυτή την ανησυχία. Είναι η Ύπατη Εκπρόσωπος, μερικές φορές μαζί με τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία θα πρέπει να εκπροσωπεί την ΕΕ σε οποιεσδήποτε συζητήσεις ή συναντήσεις με την Μόσχα.