Ο μύθος τού χαλιφάτου | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο μύθος τού χαλιφάτου

Η πολιτική ιστορία μιας ιδέας
Περίληψη: 

Δυτικές αυθεντίες και νοσταλγικοί Μουσουλμάνοι στοχαστές ομοίως, έχουν δημιουργήσει μια αφήγηση του χαλιφάτου ως ενός διαρκούς θεσμού, στο επίκεντρο του Ισλάμ και της ισλαμικής σκέψης μεταξύ του έβδομου και του εικοστού αιώνα. Στην πραγματικότητα, το χαλιφάτο είναι μια πολιτική ή θρησκευτική ιδέα τής οποίας η συνάφεια έχει αυξομειώσεις ανάλογα με την περίσταση.

Ο NICK DANFORTH είναι υποψήφιος διδάκτωρ Τουρκικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Georgetown.

Το 1924, ο Τούρκος ηγέτης Κεμάλ Ατατούρκ κατάργησε επισήμως το οθωμανικό χαλιφάτο. Σήμερα, οι περισσότερες δυτικές συζητήσεις για το Ισλαμικό Κράτος τού Ιράκ και της αλ-Σαμ (ISIS), την εξτρεμιστική ομάδα που έχει ανακηρύξει χαλιφάτο σε πολλά μέρη τού Ιράκ και της Συρίας, αρχίζουν με την παραπομπή σε αυτό το γεγονός ως σαν να επρόκειτο για ένα περισπούδαστο σημείο καμπής στην ισλαμική ιστορία. Μερικοί σύγχρονοι ισλαμιστές σκέπτονται με τον ίδιο τρόπο, επίσης: Υπάρχει λόγος, για παράδειγμα, που το «Λιονταράκι» (Lion Cub), η παιδική εκδοχή τής Μουσουλμανικής Αδελφότητας, κάποτε απένειμε στον «Εβραίο» «προδότη» Ατατούρκ [1] πολλαπλά πρώτα βραβεία στον διαγωνισμό «Γνωρίστε τους Εχθρούς τής Θρησκείας σας».

Ακόμη και αν οι σημερινοί ισλαμιστές αναφέρονται στους Οθωμανούς, όμως, οι περισσότεροι από αυτούς είναι πολύ πιο επικεντρωμένοι στην προσπάθεια να αναδημιουργήσουν τα αρχικά Χαλιφάτα: Για παράδειγμα, η εποχή των τεσσάρων Ορθώς Καθοδηγούμενων Χαλίφηδων, οι οποίοι κυβέρνησαν αμέσως μετά τον θάνατο του Μωάμεθ τον 7ο αιώνα, ή το χαλιφάτο των Αββασιδών, το οποίο υπήρξε με την μια ή την άλλη μορφή από τον 9ο ως τον 13ο αιώνα (προτού καταργηθεί επίσημα από τους Μογγόλους). Με το να συγχωνεύσουν στον 19ο αιώνα την Οθωμανική βασιλική οικογένεια με αυτούς τους προ χιλιετίας ή και περισσότερο χαλίφηδες, οι Δυτικές αυθεντίες και οι νοσταλγικοί Μουσουλμάνοι στοχαστές εξίσου, έχουν δημιουργήσει μια αφήγηση περί το χαλιφάτο ως έναν διαρκή θεσμό, στο επίκεντρο του Ισλάμ και της ισλαμικής σκέψης μεταξύ του 7ου και του 20ού αιώνα. Στην πραγματικότητα, το χαλιφάτο είναι μια πολιτική ή θρησκευτική ιδέα τής οποίας η συνάφεια έχει αυξομειώσεις ανάλογα με την περίσταση.

Η πιο πρόσφατη ιστορία τού χαλιφάτου υπό τους Οθωμανούς δείχνει γιατί ο θεσμός είναι καλύτερα να εκλαμβάνεται ως πολιτική φαντασίωση –ένας κενός χώρος το ίδιο ομιχλώδης όπως η «δικτατορία τού προλεταριάτου»- την οποία οι σύγχρονοι ισλαμιστές σε μεγάλο βαθμό φτιάχνουν καθώς προχωρούν. (Αν δεν ήταν, το ISIS δεν θα μπορούσε τόσο εύκολα να χρησιμοποιεί τον ίδιο όρο για να περιγράψει το αδίστακτο και αιματηρό κρατίδιό του που οι Βρετανοί Μουσουλμάνοι επιχειρηματίες χρησιμοποιούν για να εκφράσουν την ιδέα ενός εκλεγμένου και δημοκρατικού ηγέτη για τον ισλαμικό κόσμο). Επιπλέον, η ιστορία του οθωμανικού χαλιφάτου προτείνει επίσης ότι, προσπαθώντας να πραγματοποιήσουν σχεδόν οποιαδήποτε εκδοχή αυτής της φαντασίωσης, οι σύγχρονοι ισλαμιστές μπορεί κάλλιστα να αντιμετωπίσουν τις ίδιες αντιφάσεις που βασάνισαν τους Οθωμανούς πριν από έναν αιώνα.

ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ ΕΠΑΝΑΛΑΝΣΑΡΙΣΜΑ

Όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέκτησε την Αίγυπτο και την Αραβική Χερσόνησο το 1517, ο σουλτάνος Σελίμ ο Βλοσυρός διεκδίκησε επίσημα τον τίτλο τού χαλίφη για τον εαυτό του και τους κληρονόμους του. Εκτός από την ανάληψη του ελέγχου των πόλεων Μέκκα και Μεδίνα, ο Σελίμ ενίσχυσε την διεκδίκησή του με το να φέρει μια συλλογή από ενδύματα και τρίχες από τα γένια τού προφήτη πίσω στην Κωνσταντινούπολη.

Αιώνες μετά το γεγονός, οι Οθωμανοί αποφάσισαν ότι έπρεπε να κάνουν την όλη διαδικασία να φαίνεται λίγο πιο σοβαρή, οπότε οι βασιλικοί ιστορικοί άρχισαν να ισχυρίζονται ότι ο τελικός κληρονόμος τού χαλιφάτου των Αββασιδών, ζώντας εξόριστος στο Κάιρο αιώνες αφότου είχε χάσει τον θρόνο του, είχε οικειοθελώς απονείμει τον τίτλο του στον Σελίμ. Πιο πρακτικά, οι Οθωμανοί ενίσχυσαν την διεκδίκησή τους στην ισλαμική ηγεσία υπηρετώντας ως φύλακες των χατζ [των χατζήδων] και στέλνοντας έναν περίτεχνα διακοσμημένο επίχρυσο μανδύα για να καλύπτει το Κάαμπα, [ο «κύβος» ή «οίκος τού Θεού», το πιο ιερό σύμβολο των Μουσουλμάνων στην Μέκκα] κάθε χρόνο.

Για να βάλει ο Οθωμανός σουλτάνος Μωάμεθ Β’ την ανάληψη τού τίτλου σε μια προοπτική, όταν κατέλαβε την βυζαντινή πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη, 64 χρόνια πριν κατακτήσει ο Σελίμ την Αίγυπτο, διεκδίκησε τον τίτλο τού Καίσαρα της Ρώμης για τους απογόνους του. Όμως, το να είναι Καίσαρας δεν του έδινε περισσότερη ισχύ στους Οθωμανούς στα τέλη τού 19ου αιώνα από το να είναι χαλίφης, και τούτο ήταν σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα μιας πολιτικής εκστρατείας [2] εκ μέρους τού σουλτάνου Αμπντουλχαμίντ Β’ να συσπειρώσει αντιαποικιακά συναισθήματα στο οθωμανικό κράτος και να ενισχύσει την δική του εσωτερική νομιμοποίηση. Οι τεχνικές του περιελάμβαναν το να διαβάζεται το όνομά του στις προσευχές τής Παρασκευής και να διανέμει Κοράνια [3] σε όλον τον μουσουλμανικό κόσμο από την Αφρική μέχρι την Ινδονησία.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι πολλοί Μουσουλμάνοι, αντιμέτωποι με τον θρίαμβο της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας στις δικές τους χώρες, έφτασαν να θαυμάζουν την ιδέα ενός ευσεβούς και ισχυρού ηγέτη όπως ο Οθωμανός σουλτάνος που αψηφά τον δυτικό ιμπεριαλισμό εξ ονόματος ολόκληρου του μουσουλμανικού κόσμου. Βεβαίως, Βρετανοί και Γάλλοι αξιωματούχοι εξέφρασαν αυξανόμενο φόβο για την δυνητική δύναμή του σε μουσουλμανικά αποικιακά θέματα στην Βόρεια Αφρική και την Ινδία. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι ήταν πρόθυμος να προσπαθήσει να μοχλεύσει τέτοιους φόβους, ακόμη και ο Αμπντουλχαμίντ είχε τις επιφυλάξεις του [4] σχετικά με το πόσο πραγματική επιρροή επετύγχαναν οι προσπάθειές του σε αυτές τις τόσο απομακρυσμένες περιοχές.