Ξεθάβοντας το παρελθόν της Τουρκίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ξεθάβοντας το παρελθόν της Τουρκίας

Οθωμανική αναβίωση, τότε και τώρα
Περίληψη: 

Από την δεκαετία του 1930 μέχρι σήμερα, η Τουρκία κραδαίνει την νεο-οθωμανική ρητορική για να υποστηρίξει μια σειρά από διαφορετικές, ακόμη και αντιφατικές πολιτικές.

Ο NICK DANFORTH είναι υποψήφιος διδάκτορας τουρκικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Georgetown.

Το πρωί της 22ας Φεβρουαρίου, πάνω από 500 Τούρκοι στρατιώτες μεταφέρθηκαν [1] στην Συρία για να εξάγουν την σορό του Σουλεϊμάν Σαχ -παππού του Οσμάν Α’, του ιδρυτή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας- από ένα μικρό μαυσωλείο στις όχθες του ποταμού Ευφράτη. Αν κι ο Σουλεϊμάν Σαχ δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα διάσημος ή σημαντικός σε σύγκριση με άλλους Οθωμανούς προγόνους, ο τάφος του ήταν μέρος της Τουρκίας, σύμφωνα με μια συνθήκη του 1921, και οι φρουροί του βρίσκονταν τεχνικά επί τουρκικού εδάφους. Καθώς αμφότεροι είχαν περικυκλωθεί εδώ και μήνες από μαχητές του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και της αλ-Σαμ (ISIS), ο πρωθυπουργός της Τουρκίας, Αχμέτ Νταβούτογλου, επέμεινε ότι η απόσυρση των λειψάνων και των φρουρών αποτελούσε μέσο για την προστασία της εθνικής τους τιμής. «Οι χώρες που δεν προστατεύουν τα ιστορικά τους σύμβολα δεν μπορούν να οικοδομήσουν το μέλλον τους», είπε. Η αντιπολίτευση, εν τω μεταξύ, έσπευσε να κατηγορήσει την κυβέρνηση ότι θυσιάζει τουρκικό έδαφος για πρώτη φορά σε διάστημα σχεδόν ενός αιώνα.

Αυτή η εισβολή στην Συρία ανανέωσε φυσικά τις ανησυχίες ότι η σύγχρονη Τουρκία, κατά κάποιον τρόπο, ξεθάβει το οθωμανικό παρελθόν της. Πράγματι, τέτοιες κατηγορίες παρουσιάστηκαν ήδη από το 1937, μόλις 15 χρόνια μετά το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ως απάντηση σε μια διαφορετική εδαφική σύγκρουση με την Συρία. Σύμφωνα με την ιστορικό Sarah Shields [2], ο Γάλλος αυτοκρατορικός αξιωματικός, Damien de Martel, επικαλέστηκε το φάντασμα του νεο-οθωμανισμού, όταν ο Κεμάλ Ατατούρκ, ο πρώτος πρόεδρος της Τουρκίας, απαίτησε από την Γαλλία να παραχωρήσει την Αλεξανδρέττα (την νυν νότια τουρκική επαρχία Χατάι) στην Τουρκία, έστω κι αν οι εθνικιστές της Συρίας θεωρούσαν πως θα ήταν παράνομη μια τέτοια προσάρτηση. Το αίτημα του Ατατούρκ, όπως προειδοποίησε τότε ο Martel [3], ήταν η απόδειξη ότι σύντομα θα «επέστρεφε στην πολιτική των σουλτάνων» και θα άρχιζε την ανακατάληψη της Εγγύς Ανατολής.

Από την δεκαετία του 1930 έως το 2015, η Τουρκία πράγματι κραδαίνει την νεο-οθωμανική ρητορική για να υποστηρίξει μια σειρά από διαφορετικές, ακόμη και αντιφατικές πολιτικές. Το να εξετάσουμε την εξέλιξη του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιήθηκε ο όρος αυτός μπορεί να βοηθήσει στην επεξήγηση των τρεχόντων διλημμάτων εξωτερικής πολιτικής του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στην Μέση Ανατολή.

Η ΛΟΓΙΚΗ ΥΠΕΡΤΕΡΕΙ ΤΟΥ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΣ

Η εξωτερική πολιτική του Ατατούρκ [4] χαρακτηριζόταν σε μεγάλο βαθμό από ουδετερότητα και απομονωτισμό. Με εξαίρεση την Αλεξανδρέττα και μια σύντομη διαφωνία με το Ηνωμένο Βασίλειο για την ιρακινή επαρχία της Μοσούλης, απέρριψε τις αλυτρωτικές διεκδικήσεις πρώην οθωμανικών εδαφών. Ανησυχώντας σε μεγάλο βαθμό για την διατήρηση όσων είχε από την αρπάγη των δυτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, ο Ατατούρκ επικεντρώθηκε στην ανοικοδόμηση του τουρκικού κράτους και της οικονομίας στο εσωτερικό της Ανατολίας.

Η πολιτική αυτή άλλαξε δραματικά, όμως, μετά την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου. Η ένταξη στο ΝΑΤΟ με σκοπό την αντιμετώπιση μιας ανανεωμένης σοβιετικής απειλής αποτελούσε, κατά μια έννοια, μια εξαιρετικά νεο-οθωμανική πολιτική ˑ για το μεγαλύτερο μέρος του δέκατου ένατου αιώνα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε συμμαχήσει με το Ηνωμένο Βασίλειο, την τότε διαπρεπή υπερδύναμη της Δύσης, για να ισορροπήσει απέναντι στην τσαρική Ρωσία. Με το Δόγμα Τρούμαν, το οποίο προέβλεπε εκατομμύρια για οικονομική και στρατιωτική βοήθεια προς την Τουρκία, οι Ηνωμένες Πολιτείες πήραν την θέση της Βρετανίας.

Όπως ήταν αναμενόμενο, στα πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, Τούρκοι κι Αμερικανοί διπλωμάτες επικαλούνταν συχνά την μακρά ιστορία της σύγκρουσης των Οθωμανών με την Ρωσία τόσο για να εμπνεύσουν, όσο και για να την χρησιμοποιήσουν ως προπαγάνδα. Οι Τούρκοι στρατιώτες που αγωνίζονταν στον πόλεμο της Κορέας χαιρετίζονταν ως εγγονοί των γενιτσάρων, της ελίτ του πεζικού των σουλτάνων. Υπήρχαν φήμες πως οι Οθωμανοί ήρωες πολέμου μπορούσαν [5] ακόμα και να ενώνονταν μυστικά μαζί τους στο πεδίο της μάχης. Αλλά η ανανέωση της νεο-οθωμανικής ρητορικής έφερε επίσης επιπλοκές. Οι Αμερικανοί διπλωμάτες φοβούνταν ότι θα αποξενώσει τον νέο σύμμαχο της Τουρκίας, την Ελλάδα, καθώς και τους πρόσφατα ανεξάρτητους Άραβες γείτονές της. Εκείνη την εποχή, η Ουάσιγκτον ενθάρρυνε την Τουρκία να κατευθύνει την Μέση Ανατολή, με έναν οθωμανικό τρόπο, σε μια συμμαχία κατά της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά προειδοποίησε την Τουρκία να προχωρήσει προσεκτικά δεδομένου ότι πολλοί Άραβες δεν έχουν ιδιαίτερα καλές αναμνήσεις από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο όρος «νεο-οθωμανικός» επανήλθε στην επικαιρότητα, πιο συχνά σε σχέση με [6] τα οικονομικά κίνητρα προσέγγισης του Τούρκου ηγέτη, Τουργκούτ Οζάλ, στην Κεντρική Ασία - παρεμπιπτόντως, μια περιοχή που δεν υπήρξε ποτέ μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Είναι απίθανο να ασχολήθηκε ο Οζάλ με την αναβίωση του οθωμανικού παρελθόντος. Ήταν επιχειρηματίας και το κίνητρό του πίσω από την επέκταση της περιφερειακής επιρροής της Τουρκίας ήταν επιχειρηματικό -να δημιουργήσει ευκαιρίες για Τούρκους βιομηχάνους που προσανατολίζονταν όλο και περισσότερο στις εξαγωγές. Τον λεγόμενο νεο-οθωμανισμό του Οζάλ τροφοδοτούσε ο ενθουσιασμός του για την ελεύθερη αγορά, η οποία δεν αποτελούσε ποτέ οθωμανικό ιδανικό. Στην πραγματικότητα, ο Οζάλ υιοθέτησε μια φιλοδυτική ερμηνεία του οθωμανισμού –συγκρίνοντας ακόμα και την οθωμανική εγχώρια πολιτική της φιλελεύθερης αποκέντρωσης με εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών.

ΣΤΗΝ ΣΩΣΤΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ