Η καταρρέουσα κλεπτοκρατία του Καρίμοφ | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η καταρρέουσα κλεπτοκρατία του Καρίμοφ

Το ξήλωμα του σοβιετικού κατάλοιπου Ουζμπεκιστάν
Περίληψη: 

Ο πρόεδρος του Ουζμπεκιστάν, Ισλάμ Καρίμοφ, μπορεί να κέρδισε σε μια ακόμα ανέντιμη εκλογική διαδικασία, αλλά οι προκλήσεις για την ηγεσία του είναι άφθονες.

Ο ALISHER ILKHAMOV είναι ειδικός για το Ουζμπεκιστάν και συνεργάζεται με το Open Society Foundations.
Ο JEFF GOLDSTEIN είναι ο βασικός πολιτικός αναλυτής για την Ευρασία στο Open Society Foundations.

Οι προεδρικές εκλογές του Ουζμπεκιστάν αποτελούσαν πάντα μια παρωδία. Ο πρόεδρος, Ισλάμ Καρίμοφ, κυβερνά την χώρα από το 1989, όταν ανήκε ακόμα στην Σοβιετική Ένωση. Επομένως, δεν προκάλεσε έκπληξη το γεγονός ότι τα μέσα ενημέρωσης σε όλον τον κόσμο αντιμετώπισαν το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών της 29ης του Μάρτη ως μια προκαθορισμένη κατάληξη [1] πολύ πριν από τις εκλογές.

Σε ένδειξη της αμεταμέλητης απολυταρχίας του, ο Καρίμοφ δεν μπήκε καν στον κόπο να εφεύρει κάποιο πρόσχημα για να εξηγήσει πώς απέκτησε το δικαίωμα να θέσει υποψηφιότητα για τέταρτη θητεία, όταν το Σύνταγμα της χώρας περιορίζει το δικαίωμα επανεκλογής του προέδρου σε δύο. Ακόμη και με τα περιφερειακά πρότυπα, το Ουζμπεκιστάν είναι μια σπάνια μελέτη περίπτωσης αυταρχισμού: Η 25ετής θητεία του Καρίμοφ αποτελεί ρεκόρ στην περιοχή, ενώ ο πρόεδρος έχει αντιμετωπίσει το Ουζμπεκιστάν ως ένα φεουδαρχικό βασίλειο που εργάζεται για τον προσωπικό του πλουτισμό.

Αν κι η επανεκλογή του Καρίμοφ ήταν εξασφαλισμένη, η επιβίωση του συστήματος που δημιούργησε δεν είναι εγγυημένη. Το μέλλον του Ουζμπεκιστάν γίνεται όλο και πιο αβέβαιο: Η ύφεση της Ρωσίας έχει επιφέρει μείωση των εμβασμάτων που στέλνουν στα σπίτια τους οι Ουζμπέκοι εργάτες που απασχολούνται στην Ρωσία ˑ η θρησκευτική καταστολή έχει την δυνατότητα να υποδαυλίσει τον ισλαμικό εξτρεμισμό ˑ ενώ οι φόβοι ύπαρξης κενού στην ηγεσία γίνονται όλο και πιο πιεστικοί καθώς ο πρόεδρος-πλέον 77 ετών και με προβλήματα υγείας- γερνάει χωρίς να έχει σαφές σχέδιο διαδοχής.

ΚΑΡΙΜΟΦ-ΝΟΜΙΚΣ

Το χρηματοπιστωτικό σύστημα του Ουζμπεκιστάν, περισσότερο από οποιουδήποτε άλλου μετα-σοβιετικού κράτους, εξακολουθεί να φέρει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της κρατικά ελεγχόμενης οικονομίας από την οποία ξεπήδησε. Η κεντρική κυβέρνηση του Καρίμοφ έχει υπό τον έλεγχό της τους υδρογονάνθρακες, τα ορυχεία και τον γεωργικό τομέα, που παράγουν το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγικών εσόδων της χώρας. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι εν λόγω τομείς υφίστανται κακοδιαχείριση, καθώς και ότι τα έσοδα που αποφέρουν τα καρπώνονται οι άρχουσες ελίτ.

Πολλοί Ουζμπέκοι έπρεπε να επιβιώσουν τους πρόσφατους χειμώνες χωρίς φυσικό αέριο, καθώς η κυβέρνηση, σε μια προσπάθεια να αυξήσει τις εξαγωγές που φέρνουν σκληρό συνάλλαγμα, πούλησε το αέριο στο εξωτερικό αντί για την τοπική αγορά. Το καθεστώς του Καρίμοφ χρησιμοποίησε επίσης ένα σύστημα που βασίζεται στην καταναγκαστική εργασία [2] για να αναγκάσει τους πάντες, από μαθητές και εκπαιδευτικούς έως δημόσιους και ιδιωτικούς υπαλλήλους, να βοηθήσουν στην συγκομιδή βαμβακιού. Ξένοι επενδυτές, όπως η General Motors [3] και η TeliSonera, ένας σκανδιναβικός τηλεπικοινωνιακός γίγαντας, [4] έχουν επίσης αναγκαστεί να εξασφαλίσουν χρήματα και εργασία για την συγκομιδή, τα έσοδα της οποίας στην συνέχεια εξαφανίζονται σε ένα παράνομο ταμείο εκτός προϋπολογισμού, που ελέγχεται από την ανώτερη ηγεσία του Ουζμπεκιστάν [5].

Η επιρροή του Καρίμοφ στην οικονομία του Ουζμπεκιστάν δεν περιορίζεται στην καταναγκαστική εργασία. Το καθεστώς του ευθύνεται επίσης για τον καθορισμό της εθνικής συναλλαγματικής ισοτιμίας, ενώ έχει περιορίσει την ικανότητα των ξένων επενδυτών να επαναπατρίσουν τα κέρδη τους νόμιμα. Δεν υπάρχουν αρκετές θέσεις εργασίας στην χώρα για να καλύψουν τις ανάγκες του νεανικού πληθυσμού της (45% των Ουζμπέκων είναι ηλικίας κάτω των 24), με αποτέλεσμα τα εκατομμύρια των νέων ανδρών και γυναικών να αναζητούν εργασία στην Ρωσία, το Καζακστάν, την Νότια Κορέα και την Τουρκία. Με την σειρά της, η οικονομία του Ουζμπεκιστάν βασίζεται σε εμβάσματα από το ξένο εργατικό δυναμικό, που αντιπροσωπεύουν το 12% του ΑΕΠ της χώρας. Η παρακμή του ρωσικού ρουβλίου, το οποίο έχασε το μισό της αξίας του τον προηγούμενο χρόνο, ανάγκασε την οικονομία του Ουζμπεκιστάν να αντιμετωπίσει μια διπλή απειλή: Την όλο και πιο αργή κινητικότητα χρημάτων από το εξωτερικό και τον επαναπατρισμό του εργατικού δυναμικού. Αν μεγάλος αριθμός μεταναστών αναγκαστεί να επιστρέψει στην πατρίδα του, την ώρα που θα βουλιάζει η ρωσική οικονομία, η απογοήτευση θα αυξηθεί -όπως ακριβώς συνέβη στην κοιλάδα Φεργκάνα πριν από την σφαγή στο Αντιτζάν το 2005.

Η ΚΛΗΡΟΔΟΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΤΖΑΝ

Η απογοήτευση για τις πολιτικές του Καρίμοφ κορυφώθηκε στο Αντιτζάν [6] το 2005, μετά την δίκη μιας τοπικής ομάδας επιχειρηματιών που κατηγορήθηκαν για εξάπλωση του ισλαμικού εξτρεμισμού. Οι διαμαρτυρίες, οι οποίες ξεκίνησαν ειρηνικά, έγιναν βίαιες, όταν μια ομάδα ενόπλων εισέβαλε στην φυλακή στην οποία κρατούντο οι κατηγορούμενοι. Περισσότεροι από 10.000 κάτοικοι του Αντιτζάν βγήκαν στους δρόμους για να εκφράσουν την απογοήτευσή τους για το καθεστώς και τις οικονομικές πολιτικές του Καρίμοφ, ενώ μια ένοπλη φάλαγγα απάντησε πυροβολώντας αδιακρίτως εναντίον του πλήθους, επιφέροντας εκατοντάδες -ή ίσως χιλιάδες [7] - θανάτους. Πολλοί από τους νεκρούς θάφτηκαν σε μαζικούς τάφους ή ρίχτηκαν στον ποταμό Karasu.