Ο Ερντογάν σε τεντωμένο σκοινί | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο Ερντογάν σε τεντωμένο σκοινί

Μεταξύ δημοκρατίας και κρατικού μονοπωλίου στην Τουρκία
Περίληψη: 

Στις 7 Ιουνίου, οι Τούρκοι ψηφοφόροι θα προσέλθουν στις κάλπες ουσιαστικά για να αποφασίσουν το αν η Τουρκική Δημοκρατία θα γίνει προεδρικού τύπου όπως θέλει ο Ερντογάν. Όμως, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς το ΑΚΡ να πετυχαίνει εύκολα μια ενισχυμένη πλειοψηφία σε ελεύθερες και δίκαιες εκλογές.

Ο MICHA’EL TANCHUM είναι συνεργάτης στην Μονάδα Μέσης Ανατολής στο Ινστιτούτο Ερευνών Τρούμαν για την Προώθηση της Ειρήνης στο Πανεπιστήμιο Hebrew. Διδάσκει επίσης στο τμήμα Ιστορίας της Μέσης Ανατολής και στη Νομική Σχολη στο Πανεπιστήμιο του Tel Aviv.

Στις 7 Ιουνίου, οι Τούρκοι ψηφοφόροι θα προσέλθουν στις κάλπες για να αποφασίσουν για το μελλοντικό χαρακτήρα της Τουρκικής Δημοκρατίας. Επιφανειακά, οι βουλευτικές εκλογές θα βάλουν τον Τούρκο πρωθυπουργό Αχμέτ Νταβούτογλου και το κυβερνών Κόμμα της Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) εναντίον τριών μεγάλων ανταγωνιστών. Το πραγματικό ερώτημα, ωστόσο, είναι εάν οι ψήφοι θα προσφέρουν στο ΑΚΡ 330 κοινοβουλευτικές έδρες, γεγονός που θα δώσει στο κόμμα ενισχυμένη πλειοψηφία και θα επιτρέψει στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τρεις φορές πρωθυπουργό της Τουρκίας και τώρα πρόεδρο, να αλλάξει το σύνταγμα της Τουρκίας και να καθιερώσει αυτό που ο ίδιος αποκαλεί [1] ένα προεδρικό σύστημα «τουρκικού στιλ». Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα θέσει μια υψηλή πιθανότητα να πισωγυρίσει την δημοκρατική πρόοδο της χώρας που ξεκίνησε με την αρχική εκλογική νίκη του AKP το 2002.

Ο Ερντογάν, ο οποίος κατείχε το αξίωμα του πρωθυπουργού από το 2003 ως το 2014, επιδιώκει να μετατρέψει τη νέα του θέση, επί του παρόντος σε μεγάλο βαθμό εθιμοτυπική, σε ένα ρόλο ως επικεφαλής διαχειριστή της χώρας. Θα έχει ισχυρή εκτελεστική εξουσία χωρίς τους ελέγχους και τις ισορροπίες του [προεδρικού] συστήματος αμερικανικού τύπου. Κατά μια έννοια, ως εκ τούτου, οι Τούρκοι ψηφοφόροι θα αποφασίσουν για το μέλλον της τουρκικής δημοκρατίας -και για το κατά πόσον θα επικρατήσει η αυξανόμενη ισχύς της κυβέρνησης πάνω στον λαό ή η αυξανόμενη επιθυμία των ανθρώπων για προσωπική ελευθερία.

Οι τρέχουσες τάσεις δεν φαίνονται ευνοϊκές για τον Ερντογάν. Τρεις και μισή εβδομάδες μέχρι τις εκλογές, μια έρευνα από την Metropoll, την τουρκική εταιρεία δημοσκοπήσεων με τις καλύτερες επιδόσεις για την πρόβλεψη των εκλογικών αποτελεσμάτων, δείχνει ότι ένας αυξανόμενος αριθμός ψηφοφόρων δείχνει κουρασμένος από το ΑΚΡ. Ερωτηθέντες σχετικά με τις απόψεις τους σχετικά με το σχέδιο του Ερντογάν για ένα προεδρικό σύστημα, σχεδόν το 55% των ερωτηθέντων είναι αντίθετοι, με μόλις κάτω από 32% να δηλώνουν υπέρ. Όταν τους ζητήθηκε να επιλέξουν από μια λίστα με περιγραφές του προτεινόμενου από τον Ερντογάν προεδρικού συστήματος «τουρκικού στιλ», συμπεριλαμβανομένης «μιας δημοκρατικής μορφής διακυβέρνησης» και ενός συστήματος «πιο αποτελεσματικού σε διοικητικά θέματα», το 59% των ερωτηθέντων επέλεξε την περιγραφή του δυνητικού συστήματος ως ένα σύστημα που «προκαλεί αυταρχισμό».

Οι ψηφοφόροι γίνονται επίσης όλο και πιο επιφυλακτικοί σχετικά με την κατεύθυνση που παίρνει η Τουρκία. Ένα στρογγυλό 50% θεωρούν ότι η χώρα τους αλλάζει προς το χειρότερο˙ μόνο το 36% λένε ότι εξελισσόταν προς το καλύτερο. Ο χειρισμός της οικονομίας από την κυβέρνηση –το ΑΚΡ έχει κυβερνήσει επί δύο χρόνια καθίζησης της ανάπτυξης- εξηγεί εν μέρει αυτόν τον σκεπτικισμό˙ σχεδόν το 55% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι το ΑΚΡ είχε κάνει μια κακή δουλειά προσπαθώντας να μηχανευτεί μια μεταστροφή. Δεν αποτελεί έκπληξη, λοιπόν, ότι μόνο το 36% είπαν ότι σχεδίαζαν να ψηφίσουν υπέρ του ΑΚΡ. Αν αυτές οι τάσεις επικρατήσουν την ημέρα των εκλογών, θα μεταφραστούν σε ένα σοβαρό πλήγμα για το κυβερνών κόμμα, το οποίο πήρε σχεδόν το 50% των ψήφων το 2011, όταν ο Ερντογάν, ο τότε πρωθυπουργός, κέρδισε την τρίτη συνεχόμενη θητεία του.

22052015-1.jpg

Φοιτητές διαδηλώνουν εναντίον της κυβέρνησης του ΑΚΡ στην Κωνσταντινούπολη, τον Νοέμβριο του 2013. REUTERS / OSMAN ORSAL
-------------------

Η ΚΑΤΑΡΡΕΟΥΣΑ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ

Ο Ερντογάν και το ΑΚΡ ανέλαβαν την εξουσία στις εκλογές του 2002 με μια πλατφόρμα βασισμένη στο Ισλάμ, που τόνισε την μεγαλύτερη υποχρέωση λογοδοσίας της κυβέρνησης και τον πολιτικό πλουραλισμό. Η ατζέντα αυτή προσέλκυσε κάποιους κοσμικούς φιλελεύθερους, οι οποίοι αντιτίθενται στην παρέμβαση του τουρκικού στρατού στην εσωτερική πολιτική. Ενεργοποίησε επίσης τον πυρήνα του εκλογικού σώματος του ΑΚΡ: Τους φτωχούς εργαζόμενους και τις μεσαίας-κατώτερης τάξης οικογένειες στην ύπαιθρο και στις μικρότερες πόλεις που αισθάνθηκαν παραμελημένοι από τις ελίτ και λαχταρούσαν οικονομική και πολιτική χειραφέτηση. Αυτό το εκλογικό σώμα ήταν πιο συντηρητικό θρησκευτικά, και γι’ αυτούς, το άνοιγμα του ΑΚΡ στο σουνιτικό Ισλάμ ήταν αναπόσπαστο μέρος των νέων ευκαιριών τις οποίες τους είχαν αρνηθεί στο παρελθόν. Καθόλου βλαπτικό θέμα ήταν η υπόσχεση του ΑΚΡ να παρέχει στους οικονομικά πιο αδύναμους αξιόπιστες υπηρεσίες ηλεκτρικής ενέργεια και ύδρευσης -βελτιώσεις που τελικά βοήθησαν να επιταχυνθεί η ανάπτυξη της Τουρκίας και η διεύρυνση της μεσαίας τάξης της.

Όμως, η οικονομική άνθηση έληξε πριν από τρία χρόνια και, σταδιακά, ο Ερντογάν άρχισε να εγκαταλείπει τον πολιτικό πλουραλισμό. Αντ’ αυτού, επικεντρώθηκε στην ενδυνάμωση του πυρήνα της εκλογικής του βάσης μέσω του παρεοκρατικού καπιταλισμού, ιδιαίτερα με μεγαλοπρεπείς κατασκευές έργων που προορίζονται να πλουτίσουν τις επιχειρήσεις που συνδέονται με το ΑΚΡ. Παράλληλα, η κυβέρνηση προώθησε μια σειρά πολωτικών μέτρων για την επιβολή συντηρητικών θρησκευτικών ηθών από το κράτος. Η δυσαρέσκεια που σιγόβραζε εξερράγη σε πανεθνικές διαδηλώσεις για το πάρκο Gezi τιν Μάιο του 2013, όταν τα ΜΑΤ κατέστειλαν βίαια τους ακτιβιστές που διαδήλωσαν ενάντια στην καταστροφή ενός εκ των τελευταίων χώρων πρασίνου της Κωνσταντινούπολης.

Σε απάντηση, ο Ερντογάν διπλασίασε τις προσπάθειές του απεικονίζοντας την σύγκρουση [2] ως σύγκρουση των κοσμικών έναντι της θρησκευόμενων, έναν αγώνα ανάμεσα σε αυτό που αποκάλεσε «λευκοί Τούρκοι» (κοσμική ανώτερη τάξη των αστικών ελίτ) και «μαύροι Τούρκοι» (κοινωνικά συντηρητικοί, μεσαίας- κατώτερης τάξης και εργατικής τάξης Σουνίτες Μουσουλμάνοι). Η στρατηγική αυτή είχε ένα τίμημα: Έκανε αναξιόπιστη την πλατφόρμα του ΑΚΡ περί πολιτικού πλουραλισμού και διέλυσε το πολύπλοκο μωσαϊκό των τουρκικών μουσουλμανικών παραδόσεων που ευνοούν την διευθέτηση. Τελικά, ο πολιτικός λόγος του AKP που βασιζόταν στο Ισλάμ έχει γίνει ένα εργαλείο για κρατικό έλεγχο.