Αντιμέτωποι με την πραγματικότητα για την Τουρκία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Αντιμέτωποι με την πραγματικότητα για την Τουρκία

Η Δυτική κριτική σε ιστορικό πλαίσιο
Περίληψη: 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Τουρκία ήρθαν κοντά λόγω μιας κοινής επιθυμίας να αντισταθούν σε αυτό που αμφότερες έβλεπαν ως μια διαφαινόμενη σοβιετική απειλή. Όταν κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση, η κοινή αιτία που ένωνε τις δύο χώρες εξαφανίστηκε, αφήνοντας μερικές φορές να έρθουν στην επιφάνεια αντικρουόμενα συμφέροντά τους.

Ο NICK DANFORTH είναι διδακτορικός υποψήφιος στην Τουρκική Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Georgetown.

Κατά το παρελθόν έτος, είχε γίνει σχεδόν ρουτίνα το να υποστηρίζεται ότι η συμπεριφορά της Άγκυρας είναι όλο και περισσότερο αντίθετη [1] με τις Δυτικές αξίες. Και όντως είναι: Εντός της χώρας, η κυβέρνηση του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν [2] έχει καταστείλει τον Τύπο και χρησιμοποίησε παράνομες τακτικές εναντίον των πολιτικών της αντιπάλων. Στο εξωτερικό, υποστήριξε ριζοσπάστες μαχητές [3] στην Συρία που οι Ηνωμένες Πολιτείες επεδίωξαν να κρατήσουν σε απόσταση.

Εκείνο που αυτές οι επικρίσεις παραλείπουν, ωστόσο, είναι ότι η αμερικανο-τουρκική συμμαχία δεν βασίστηκε σε αμερικανικές ή τουρκικές αξίες, Δυτικές ή άλλες. Η Τουρκία δεν εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ [4] λόγω μιας βαθιάς επιθυμίας να γίνει μέρος της Δύσης, και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν καλωσόρισαν την Τουρκία στην συμμαχία από μια ηθική δέσμευση για την τουρκική δημοκρατία. Πράγματι, από την εποχή του ξεκινήματος του Ψυχρού Πολέμου, η συμμαχία των ΗΠΑ με την Τουρκία έχει βασιστεί σε κοινούς στόχους, όχι σε κοινά ιδεώδη.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Τουρκία ήρθαν κοντά λόγω μιας κοινής επιθυμίας να αντισταθούν σε αυτό που αμφότερες έβλεπαν ως μια διαφαινόμενη σοβιετική απειλή. Όταν κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση, η κοινή αιτία που ένωνε τις δύο χώρες εξαφανίστηκε, αφήνοντας μερικές φορές να έρθουν στην επιφάνεια αντικρουόμενα συμφέροντά τους. Κατά ειρωνικό τρόπο, η Τουρκία φαίνεται τώρα να είναι η χώρα που ταιριάζει πιο πολύ στην παλαιά ψυχροπολεμική γραμμή της συμμαχίας. Οι πολιτικοί των ΗΠΑ που καλωσόρισαν την Τουρκία στο ΝΑΤΟ το 1952 ίσως θα είχαν εκπλαγεί αν άκουγαν τους σημερινούς επικριτές να θέτουν ερωτήματα σχετικά με την συμμετοχή της [5] στην συμμαχία επειδή άφησε ανενόχλητους αριστερούς αντάρτες να πολεμήσουν με το ISIS ή για το ότι αντέδρασε πολύ βίαια [6] στις ρωσικές προκλήσεις.

Υπάρχει αφθονία αξιακών και πρακτικών λόγων για να καταδικαστεί η εσωτερική και εξωτερική πολιτική της Τουρκίας. Η Τουρκία μπορεί να ήταν απερίσκεπτη στο να αντιδράσει κατά της Ρωσίας [7], και ο ενθουσιασμός της για τις ριζοσπαστικές ομάδες στην Συρία έχει ήδη αποδειχθεί επικίνδυνος. Αλλά το να συζητηθούν αυτά τα σημεία διαφωνίας με λιγότερο ηθικολογικούς όρους θα καθιστούσε ευκολότερη την εστίαση στους πολλούς στόχους που εξακολουθούν να μοιράζονται η Άγκυρα και η Ουάσιγκτον, κυρίως στην πρόληψη της εξάπλωσης της βίας στην περιοχή. Και αν η αυξανόμενα αντιδημοκρατική συμπεριφορά της κυβέρνησης της Τουρκίας προσφέρει ένα πιο κατάλληλο θέμα για ηθικολογία, οι Αμερικανοί θα ακούγονταν πιο πειστικοί αν αναγνώριζαν πόσο λίγη ανησυχία έδειξε η Ουάσιγκτον για την δημοκρατία στην Τουρκία κατά τα πρώτα χρόνια της σχέσης της με την Άγκυρα.

11122015-1.jpg

Άνθρωποι πλήττονται από κανόνια νερού και δακρυγόνα στην Κωνσταντινούπολη τον Ιούνιο του 2015, κατά την διάρκεια διαδήλωσης μνήμης για τον Berkin Elvan, έναν έφηβο που τραυματίστηκε θανάσιμα σε αντικυβερνητική διαδήλωση το 2013. HUSEYIN ALDEMIR / REUTERS
-----------------------------------

ΟΙ ΚΑΤΑΛΛΗΛΟΙ ΙΣΧΥΡΟΙ ΑΝΔΡΕΣ

Το 1947, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Χάρυ Τρούμαν, αιτιολόγησε την αμερικανική οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη προς την Ελλάδα και την Τουρκία σε μια ομιλία που καθιέρωσε το Δόγμα Τρούμαν [8]. Εντυπωσιακά, οι επαναλαμβανόμενες (και χαρακτηριστικές) αναφορές του στην ελληνική δημοκρατία δεν είχαν αντίστοιχο στην συζήτησή του για την Τουρκία. Και πράγματι, πολλοί αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τρούμαν έβλεπαν τον πρόεδρο της Τουρκίας Ισμέτ Ινονού ως τον «ισχυρό άνδρα του σωστού είδους» -έναν αντιδημοκρατικό ηγέτη του οποίου η συμπεριφορά ήταν καλύτερη από εκείνη των Ευρωπαίων δικτατόρων κατά την προηγούμενη δεκαετία και ο οποίος θα μπορούσε να υπολογίζεται για να συμβάλει στον περιορισμό της Σοβιετικής Ένωσης.

Αν η κυβέρνηση των ΗΠΑ προσπάθησε ποτέ να καταστήσει την βοήθεια προς την Τουρκία εξαρτημένη από τον εκδημοκρατισμό κατά τα πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, η απόδειξη της προσπάθειας δεν έχει φανεί στα αρχεία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Μια από τις λίγες καταγεγραμμένες συνομιλίες σχετικά με το θέμα που όντως φαίνεται στα Εθνικά Αρχεία των ΗΠΑ έλαβε χώρα το 1948: Ένα μέλος της στρατιωτικής αποστολής των ΗΠΑ στην Τουρκία ρώτησε τον επικεφαλής της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας της Τουρκίας, Naci Akalin, σχετικά με «παρατηρήσεις από μερικά από τα μέλη της τουρκικής αντιπολίτευσης ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αντιληφθούν ότι η Τουρκία … δεν είναι δημοκρατική και … θα αποσύρουν τις αμερικανικές ενισχύσεις». «Η απάντηση του Naci», ανέφερε ο εκπρόσωπος των ΗΠΑ, «ήταν να γελάσει και να πει ότι, εφόσον οι ενισχύσεις συνεχίζουν να καταφθάνουν, οι ΗΠΑ προφανώς είναι πεπεισμένες ότι η Τουρκία είναι δημοκρατική».

Δύο χρόνια αργότερα, σε μια αξιοπρόσεκτη πράξη πολιτικής διεργασίας, ο Ινονού πραγματοποίησε ελεύθερες εκλογές, έχασε και παρέδωσε οικειοθελώς την εξουσία. Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι ήταν τόσο έκπληκτοι από αυτό όπως και οι περισσότεροι Τούρκοι ψηφοφόροι, και μαζί με τους νεοεκλεγέντες ηγέτες της Τουρκίας, η Ουάσιγκτον γρήγορα και με ενθουσιασμό αγκάλιασε την δημοκρατική ταυτότητα της χώρας ως θεμελιώδες στοιχείο της αμερικανο-τουρκικής συνεργασίας. Παρ’ όλα αυτά, όταν οι νέοι ηγέτες της Τουρκίας άρχισαν να χάνουν το ενδιαφέρον τους για την δημοκρατία προς το τέλος της δεκαετίας του 1950, η συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες συνέχισε με εντατικούς ρυθμούς, όπως έκανε και κατά την διάρκεια των τεσσάρων στρατιωτικών πραξικοπημάτων στην διάρκεια των επόμενων 50 ετών. Οι κοινές αξίες ήταν ένα όφελος, αλλά όχι μια αναγκαιότητα: Οι ηγέτες και στις δύο χώρες ανησυχούσαν περισσότερο για την Σοβιετική Ένωση.