Η στρατιωτική οικονομία της κοινοκτημοσύνης | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η στρατιωτική οικονομία της κοινοκτημοσύνης

Η Γερμανία και η Ολλανδία συνδυάζουν τις δυνάμεις τους

Κατά τα τελευταία αρκετά χρόνια, οι συν-αγωνιστικές ρυθμίσεις έχουν πολλαπλασιαστεί σε όλη την Ευρώπη. Κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν δημιουργήσει πολλές λεγόμενες «ομάδες μάχης» που αποτελούνται από στρατιώτες από διάφορες χώρες και προορίζονται να αναπτυχθούν ως δυνάμεις ταχείας αντίδρασης. Και πέρυσι, η Γερμανία και η Πολωνία συμφώνησαν να προσφέρουν ένα τάγμα η καθεμιά - περίπου 500 στρατιώτες- υπό τις διαταγές του άλλου. Σε μια παρόμοια ρύθμιση, η Πολωνία έχει συνεργαστεί με την Ουκρανία και την Λιθουανία για να σχηματίσουν μια κοινή ταξιαρχία. «Βλέπουμε αυτήν την ταξιαρχία ως κινητήρια δύναμη που θα βελτιώσει τον στρατό μας», δήλωσε ο Ουκρανός υπουργός Άμυνας Stepan Poltorak στο πολωνικό πρακτορείο ειδήσεων PAP τον Ιανουάριο. Η ταξιαρχία, η οποία εδρεύει στην πολωνική πόλη Lublin, θα αρχίσει να επιχειρεί το επόμενο έτος. Εκτός από το να βοηθήσει την Ουκρανία να βελτιώσει τις ένοπλες δυνάμεις της, θα συμμετάσχει σε ειρηνευτικές αποστολές των Ηνωμένων Εθνών. Αυτές οι νεότερες ρυθμίσεις θα βοηθήσει τα πιο νέα κράτη-μέλη της ΕΕ και του ΝΑΤΟ για να εναρμονιστούν με τους Δυτικούς συμμάχους τους, ενώ θα βοηθούν τους εταίρους να εξοικονομούν χρήματα με την διανομή των πόρων.

Αλλά είναι εξαιρετικό δύο χώρες να συνδυάζουν μια ολόκληρη Μεραρχία -η οποία συνήθως αποτελείται από περίπου 15.000 στρατιώτες- στην οποία τα στρατεύματά τους αναμιγνύονται. Και η διοικητική δομή της Πρώτης Μεραρχίας Τεθωρακισμένων που μοιάζει με την ρωσική κούκλα μπάμπουσκα είναι μοναδική. Η γερμανο-ολλανδική μεραρχία είναι μέρος του κανονικού Bundeswehr, δεν είναι μια ξεχωριστή διεθνής μονάδα. Ο Leuvering έχει ακόμη και μια διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στον Bundeswehr. Επιπλέον, η εναρμόνιση της Μεραρχίας θα είναι τόσο πλήρης που η Ολλανδία δεν θα είναι σε θέση να αναπτύξει την 43η Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία χωρίς την έγκριση της Bundestag (της γερμανικής Βουλής).

Όπως μου είπε ο Carlo Masala, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Bundeswehr στο Μόναχο, τέτοιες πρωτοβουλίες είναι σημαντικές διότι «κινούν προς τα εμπρός την στρατιωτική ολοκλήρωση των ευρωπαϊκών ενόπλων δυνάμεων». Δεδομένου ότι τα έθνη έχουν γενικά επιμείνει στο να λειτουργούν τις δικές τους ένοπλες δυνάμεις, η ολλανδο-γερμανική στρατιωτική συμβίωση είναι πράγματι ένα επίτευγμα. Και έχει λογική οι φιλικές χώρες -ειδικά εκείνες σε μια οικονομική και πολιτική ένωση- να μοιράζονται τους στρατιωτικούς πόρους. Από την πλευρά της, η von der Leyen είναι τόσο πρόθυμη για την ολλανδο-γερμανική πρωτοβουλία που την αποκαλεί ένα «εξαιρετικό παράδειγμα για μια ευρωπαϊκή αμυντική ένωση» και τάσσεται υπέρ της επέκτασης.

Η δημιουργία μιας στρατιωτικής ένωσης είναι από καιρό ένα όνειρο των ευρωπαϊστών. Η Συνθήκη των [8] Βρυξελλών του 1948, που υπογράφηκε από την Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και τις χώρες της Μπενελούξ, ήταν μια αποτυχημένη προσπάθεια για την δημιουργία συλλογικής ευρωπαϊκής άμυνας. Τέσσερα χρόνια αργότερα, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία και οι χώρες της Μπενελούξ υπέγραψαν μια συνθήκη για την δημιουργία μιας πανευρωπαϊκής αμυντικής δύναμης, αλλά η συνθήκη αντιμετώπισε ένα βέτο από το γαλλικό κοινοβούλιο. Οι πολιτικοί συνέχισαν τις προσπάθειες, και η δυνητική αμυντική συνεργασία είχε συμπεριληφθεί στην Συνθήκη της Λισαβόνας [9], στην τροποποίηση της Συνθήκης του Μάαστριχτ του 2009 [10], η οποία δημιούργησε την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, υπήρξε ελάχιστη ομοιόμορφη κίνηση προς αυτόν τον στόχο. Ακόμα πιο πρόσφατα, πριν από τέσσερα χρόνια, οι υπουργοί Άμυνας της ΕΕ συζήτησαν μια διευθέτηση στην οποία τα κράτη-μέλη θα ειδικεύονται σε διάφορες εργασίες και έτσι θα είναι σε θέση να συγκεντρώσουν πόρους και να μειώσουν τους αμυντικούς προϋπολογισμούς. Η συμφωνία απέτυχε.

09032016-2.jpg

Στρατιώτης στην δεκεμβριάτικη κοινή άσκηση της κοινής ολλανδο-γερμανικής Μεραρχίας. MARCO DOROW / BUNDESWEHR
---------------------------------------------------

Τη απουσία ενός υπερεθνικού ευρωπαϊκού στρατού, δεδομένων των δαπανών που εμπλέκονται στην λειτουργία των ενόπλων δυνάμεων, μεμονωμένες χώρες μπορεί να εξακολουθούν να συνεργάζονται με τον ίδιο τρόπο όπως η Γερμανία και η Ολλανδία, προσθέτοντας με τις δυνατότητές τους χωρίς να επικαλύπτουν την χρηματοδότηση. Ο Leuvering σκέφτεται βεβαίως έτσι. «Αν είμαστε επιτυχείς, η διευθέτηση μπορεί να αναπαραχθεί από άλλες χώρες», λέει. Εκείνος και τα στρατεύματά του ξέρουν ότι παρακολουθούνται στενά από άλλες χώρες για αυτόν ακριβώς το λόγο.

Περαιτέρω, μια μεραρχία που θα περιλαμβάνει δύο μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία, θα ήταν ένα πανίσχυρο θηρίο, δεδομένου ότι θα συνδέσει δύο από τις μεγαλύτερες ένοπλες δυνάμεις της Ευρώπης. Αλλά μια τέτοια συνεργασία θα εξακολουθήσει να είναι εξαιρετικά απίθανη, γιατί καμία από τις δύο χώρες δεν θα ήθελε να είναι ο κατώτερος εταίρος, και, όπως επισημαίνει ο Dick Zandee [βασικός συνεργάτης στο Ολλανδικό Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων Clingendael], ο γαλλικής κατασκευής εξοπλισμός της Γαλλίας θα είναι δύσκολο να εναρμονιστεί με το κυρίως γερμανικό οπλοστάσιο του Bundeswehr. Η Ολλανδία έχει μεγάλες ποσότητες εξοπλισμού γερμανικής κατασκευής, καθώς και εξοπλισμού που κατασκευάστηκε σε χώρες όπως η Σουηδία και η Αυστραλία. «Η γερμανο-ολλανδική σχέση λειτουργεί γιατί είναι ένας μεγάλος παίκτης και ένας μικρότερος παίκτης», σημειώνει ο Masala. «Για τους Ολλανδούς, έχει νόημα για οικονομικούς λόγους».