Η σύγκρουση στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ δεν είναι πια «παγωμένη» | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η σύγκρουση στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ δεν είναι πια «παγωμένη»

Γιατί εξακολουθεί να επιμένει η βία
Περίληψη: 

Η διαμάχη κακοφορμίζει, η κατάπαυση του πυρός παραμένει εύθραυστη, και η δυνατότητα για άλλη μια έξαρση της βίας παραμένει αμείωτη. Το status quo ταιριάζει πολιτικά στην Αρμενία, αλλά είναι επικίνδυνο. Το Αζερμπαϊτζάν το βρίσκει ανυπόφορο. Η πρόσφατη βία ισοδυναμεί με ένα σήμα από το Μπακού, ότι θέλει να ενισχύσει την θέση του επιτόπου για να αποκτήσει επιρροή στις διαπραγματεύσεις.

Η AUDREY L. ALTSTADT είναι καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης–Amherst και συγγραφεύς του επερχόμενου βιβλίου Frustrated Democracy in Post-Soviet Azerbaijan από τον εκδοτικό οίκο Woodrow Wilson International Center for Scholars Press και τον Columbia University Press.
Ο RAJAN MENON κατέχει την έδρα Πολιτικών Επιστημών Anne and Bernard Spitzer στην Σχολή Powell στο City College of New York/City University of New York και είναι βασικός ερευνητικός μελετητής στο Ινστιτούτο Μελετών Ειρήνης και Πολέμου Saltzman στο Columbia University. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του έχει τίτλο The Conceit of Humanitarian Intervention και εκδόθηκε τον Μάρτιο από τον οίκο Oxford University Press.

Η σύγκρουση μεταξύ Αρμενικών [1] και του Αζερικών [2] δυνάμεων στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ [3] στις αρχές Απριλίου ήταν η πιο αιματηρή από τότε που η Ρωσία [4] μεσολάβησε για μια κατάπαυση του πυρός μεταξύ των χωρών για τον τερματισμό των εχθροπραξιών στην περιοχή το 1994. Οι μάχες τον Απρίλιο άφησαν νεκρούς περίπου 30 άτομα, στρατιώτες και αμάχους. Και δεν έκανε τίποτα για να επιλύσει μια σύγκρουση που σιγοβράζει από την εποχή της ρωσικής επέμβασης.

Η δυστοκία για την διαμάχη πηγάζει τόσο από τις σημερινές επιπλοκές όσο και από τις ασύμβατες ιστορικές αφηγήσεις, τις αντιλήψεις περί δικαιοσύνης και τα συναισθήματα της θυματοποίησης και στις δύο πλευρές. Συγκινησιακά φορτισμένα θέματα για την γη, την ταυτότητα και την τιμή, έχουν καταστήσει σχεδόν αδύνατο στους διαμεσολαβητές να ωθήσουν τις αντιπάλους προς τους απαραίτητους συμβιβασμούς για οποιαδήποτε ανθεκτική πολιτική διευθέτηση κατά την διάρκεια των τελευταίων 20 ετών.

Ήταν ο Στάλιν, ο επικεφαλής ειδικός των Μπολσεβίκων για τις περιφερειακές εθνικότητες, ο οποίος επέβλεψε την χάραξη των συνόρων των δημοκρατιών της Ένωσης που τελικά θα απάρτιζαν την Σοβιετική Ένωση. Κατά την διάρκεια των δύο ετών της ανεξαρτησίας μεταξύ της κατάρρευσης της αυτοκρατορικής Ρωσίας και της ανόδου της Σοβιετικής Ένωσης, την περίοδο 1918-1920, η Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν είχαν πολεμήσει για τρεις περιοχές με μικτούς πληθυσμούς κατά μήκος των υποτιθέμενων συνόρων τους. Υπό την εποπτεία του Στάλιν, από μια περιοχή πήγε στην καθεμιά από τις νέες σοβιετικές δημοκρατίες: Το Ναχιτσεβάν στο Αζερμπαϊτζάν και το Zangezur στην Αρμενία. Η τρίτη, το ορεινό Καραμπάχ, δόθηκε στο Αζερμπαϊτζάν, αλλά ως μια αυτόνομη περιοχή με πολιτιστικά και διοικητικά δικαιώματα για την αρμενική πλειοψηφία της. Η προκύπτουσα αναντιστοιχία μεταξύ των εθνικών και των διοικητικών ορίων δεν ήταν η μοναδική -παρόμοιες ζώνες δημιουργήθηκαν στην Γεωργία και αλλού, και οι περισσότερες παρήγαγαν διχόνοια μεταξύ των εθνοτικών ομάδων που προσπαθούν να υπερασπιστούν την «ιστορική» κληρονομιά τους.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η απόφαση του Στάλιν για το Καραμπάχ έσπειρε τους σπόρους της σύγκρουσης. Οι φωνές της δυσαρέσκειας φιμώνονταν όσο η κεντρική σοβιετική κυβέρνηση ήταν ισχυρή. Αλλά, καθώς αποδυναμωνόταν υπό τον σοβιετικό πρόεδρο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, η εθνικιστική ρητορική που απαιτούσε την μεταβίβαση του Καραμπάχ προς την Αρμενία αναθερμάνθηκε και οι ένοπλες συγκρούσεις ακολούθησαν σύντομα. Όταν η Σοβιετική Ένωση κατέρρευσε το 1991, η Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν ανακήρυξαν την ανεξαρτησία τους. Μέσα σε λίγες μέρες, οι Αρμένιοι του Καραμπάχ ανακήρυξαν την απόσχιση από το Αζερμπαϊτζάν με βάση το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Το Αζερμπαϊτζάν απέρριψε την κίνηση, επικαλούμενο την αρχή της εδαφικής ακεραιότητας των κρατών. Η πρόσφατα ανεξάρτητη Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν ήταν τώρα εμπόλεμες χώρες σε μια σταδιακή κλιμάκωση του ένοπλου αγώνα.

13042016-1.jpg

Αρμενικό πυροβολικό κοντά στην πόλη Martuni στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, στις 8 Απριλίου 2016. REUTERS
--------------------------------------------

Μέχρι τη στιγμή που τα όπλα σίγησαν τον Μάιο του 1994, το Αζερμπαϊτζάν είχε χάσει σχεδόν το 15% του εδάφους του -το Καραμπάχ συν επτά περιοχές γύρω του (Agdam, Fizuli, Jabrail, Kelbajar, Lachin, Qubadli και Zangilan). Οι Αρμένιοι τόσο της Αρμενίας όσο και του Καραμπάχ φάνηκε να βλέπουν αυτές τις περιοχές όχι σαν διαπραγματευτικό χαρτί με στόχο την ανεξαρτησία του Καραμπάχ, αλλά ως ουσιαστικές ζώνες για την εξασφάλιση των εδαφικών τους κερδών. Οι Αζέροι, οι οποίοι αντιπροσώπευαν το ένα τέταρτο του πληθυσμού του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, έφυγαν, εκδιώχθηκαν ή σκοτώθηκαν. Την ίδια τύχη είχαν οι Αζέροι από τις επτά περιοχές –συνολικά περίπου 750.000 πρόσφυγες έφυγαν. Η Αρμενική μειονότητα του Αζερμπαϊτζάν, από παλιά τμήμα της εμπορικής και πολιτιστικής ζωής στην πρωτεύουσα του Αζερμπαϊτζάν, Μπακού, αναγκάστηκαν να φύγουν ή θανατώθηκαν. Η μαζική εκτόπιση και η αιματοχυσία σκλήρυναν την στάση [αμφοτέρων των πλευρών] και ώθησαν σε αμοιβαίο διασυρμό.

Οι Αρμένιοι γιόρτασαν τη νίκη τους στον πόλεμο του 1994 ως την τελική απόδοση της δικαιοσύνης˙ οι Αζέροι την κατήγγειλαν ως μια ξεκάθαρη αρπαγή γης που έπρεπε να αναιρεθεί. Η επιτακτική ανάγκη για επανάκτηση των χαμένων εδαφών και αναίρεση της ταπείνωσης της ήττας μπορεί να είναι το μόνο θέμα για το οποίο μπορούν να συμφωνήσουν οι Αζέροι σήμερα, ανεξάρτητα από τις πολιτικές τους πεποιθήσεις ή την στάση τους απέναντι στην αυταρχική κυβέρνηση του προέδρου Ilham Aliyev. Δεν χρειάζεται κάποιος να ξοδέψει πολύ χρόνο στο Αζερμπαϊτζάν για να κατανοήσει τον βαθμό στον οποίο η ντροπή του 1994, και μια επίσημα προωθημένη αφήγηση της θυματοποίησης, ακόμα διαμορφώνουν την ταυτότητα και την πολιτική του.

Παρά το γεγονός ότι οι μελετητές της πολιτικής εξετάζουν την διαμάχη για το Καραμπάχ ως ένα παράδειγμα «παγωμένης σύγκρουσης», το κλισέ παραπλανά προσδίδοντας στην εικόνα μια παγωμένη ακινησία. Στην πραγματικότητα, η «γραμμή επαφής» που δημιουργήθηκε από την ανακωχή του 1994 δεν ήταν ούτε σταθερή ούτε ειρηνική. Στρατεύματα της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν ανταλλάσσουν συχνά πυρά εκεί. Δεκάδες άνθρωποι -στρατιώτες και άμαχοι- έχουν σκοτωθεί. Μια ιδιαίτερα σοβαρή άνοδος της βίας σημειώθηκε την περίοδο 2014-15, με τανκς, όλμους και άλλα βαρέα όπλα να ενεργοποιούνται και τους Αζέρους να καταφέρνουν να καταρρίψουν ένα αρμενικό στρατιωτικό ελικόπτερο για πρώτη φορά. Η συζήτηση περί πολέμου διαχύθηκε. Ένας ανήσυχος Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) εξέδωσε μια δήλωση [5] ζητώντας αυτοσυγκράτηση.