Η μάχη της Άγκυρας κατά των Κούρδων | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η μάχη της Άγκυρας κατά των Κούρδων

Η λογική πίσω από την κλιμάκωση του Ερντογάν
Περίληψη: 

Η οργή που έχει συχνά δημιουργήσει η βίαιη συμπεριφορά του ΡΚΚ σε πολλούς Κούρδους πολίτες της Τουρκίας είναι βαθιά, αλλά, για καλό ή για κακό, πολλοί συνεχίζουν να υποστηρίζουν την οργάνωση όσο ο θυμός τους για το τουρκικό κράτος παραμένει βαθύτερος.

Η Τουρκία είναι αποφασισμένη να κλιμακώσει τον πόλεμό της με το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK) διώκοντας ποινικά [1] εκλεγμένους Κούρδους πολιτικούς. Πολλοί παρατηρητές, συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων υποστηρικτών της κυβέρνησης, φοβούνται ότι η κίνηση αυτή θα αποδειχθεί εξίσου αντιπαραγωγική όσο και οι προηγούμενες προσπάθειες για την ποινικοποίηση της κουρδικής πολιτικής σκηνής κατά την διάρκεια των τελευταίων τριών δεκαετιών. Πράγματι, από την δεκαετία του 1980, η τουρκική κυβέρνηση έχει συλλάβει τακτικά Κούρδους πολιτικούς και απαγόρευσε μισή ντουζίνα κουρδικά πολιτικά κόμματα, χωρίς να έλθει καθόλου πιο κοντά στο να νικήσει το κίνημα που εκπροσωπούν. Αν μη τι άλλο, οι προσπάθειες αυτές βοήθησαν μόνο να οικοδομηθεί υποστήριξη προς το ΡΚΚ και τις βίαιες τακτικές του.

Γιατί λοιπόν η τουρκική κυβέρνηση περιμένει τώρα καλύτερα αποτελέσματα από μια στρατηγική που έχει επανειλημμένα αποτύχει; Η πιο κυνική ανάλυση υποστηρίζει ότι όλα είναι μια βραχυπρόθεσμη τακτική που αποσκοπεί στην διασφάλιση ότι ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, θα έχει τις ψήφους που χρειάζεται για να ενισχύσει την εξουσία του ως πρόεδρος. Αλλά το πιο τρομακτικό ενδεχόμενο είναι ότι ο Ερντογάν και η κυβέρνησή του να πιστεύουν πραγματικά στην ρητορική τους και να φαντάζονται ότι, εν μέρει ως αποτέλεσμα της πραγματικής προόδου που κάποτε έκαναν για τα δικαιώματα των Κούρδων, βρίσκονται επιτέλους στα πρόθυρα μιας άνευ προηγουμένου νίκης: Στρατιωτικά εναντίον του ΡΚΚ και πολιτικά εναντίον του φιλοκουρδικού Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος (HDP).

Καθώς οι μάχες μεταξύ της κυβέρνησης και του PKK επαναλήφθηκαν το περασμένο καλοκαίρι, ο φιλοκυβερνητικός Τύπος της Τουρκίας έχει επανειλημμένα τονίσει την υποστήριξη που απολαμβάνει η κυβέρνηση μεταξύ των Κούρδων της Τουρκίας. Η αφήγηση της κυβέρνησης παρουσιάζει τους Κούρδους ως οργισμένους [2] με το ΡΚΚ για τα δεινά [3] που έχει προκαλέσει [4] στην κουρδική κοινότητα και ευγνώμονες προς το ΑΚΡ για όλα εκείνα που έχει κάνει το κόμμα για να προωθήσει τα δικαιώματα των Κούρδων. Στην περίπτωση αυτή, η προπαγάνδα είναι ακριβώς τόσο αληθοφανής ώστε να είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη. Αλλά η κυβέρνηση έχει μπερδέψει το ηθικό επιχείρημα σχετικά με τον τρόπο που πιστεύει ότι οι Κούρδοι θα πρέπει να ανταποκριθούν, με μια αντικειμενική αξιολόγηση του τρόπου που τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι όντως θα ανταποκριθούν.

Πρόσφατα, 16 χωρικοί σκοτώθηκαν όταν το PKK ανατίναξε ένα φορτηγό γεμάτο με εκρηκτικά σε μια κουρδική κοινότητα έξω από το Ντιγιαρμπακίρ, κατά τα φαινόμενα μετά από μια σύγκρουση με πολλά μέλη της κοινότητας. Οι φιλοκυβερνητικές εφημερίδες γρήγορα [5] ανέφεραν την ιστορία με όλη την αναμφισβήτητη φρίκη της, μερικές φορές [6] μαζί με ζοφερές φωτογραφίες σάρκας που συλλέγεται σε πλαστικές σακούλες για αναγνώριση. Ωστόσο, ένα μεγάλο μέρος της δημοσιογραφικής κάλυψης πήγε πέρα από την παρουσίαση της επίθεσης ως απλά ένα ηθικό κατηγορητήριο κατά του PKK. Αντίθετα, οι υποστηρικτές της κυβέρνησης παρουσίασαν το περιστατικό ως περαιτέρω απόδειξη του γιατί οι Κούρδοι στρέφονται εναντίον του ΡΚΚ. Αλλά (όπως θα ήταν πρόθυμες να τονίσουν αυτές οι ίδιες πηγές υπό άλλες συνθήκες [7]), το PKK έχει σκοτώσει βάναυσα Κούρδους άμαχους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μέχρι στιγμής, όμως, το έπραξε διατηρώντας παράλληλα την σημαντική κουρδική πολιτική του βάση. Η οργή που έχει συχνά δημιουργήσει η βίαιη συμπεριφορά του ΡΚΚ σε πολλούς Κούρδους πολίτες της Τουρκίας είναι βαθιά, αλλά, για καλό ή για κακό, πολλοί συνεχίζουν να υποστηρίζουν την οργάνωση όσο ο θυμός τους για το τουρκικό κράτος παραμένει βαθύτερος.

Γράφοντας στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο ανθρωπολόγος Martin van Bruinessen περιέγραψε [8] μια «μακρά σειρά αναφορών στον τουρκικό Τύπο για βιαιότητες που διαπράττονται από το ΡΚΚ εναντίον αθώων πολιτών» που «εν μέρει στόχευαν στην υπονόμευση της λαϊκής συμπάθειας για τους αντάρτες». Άλλες καταγραφές [9] από εκείνη την περίοδο τονίζουν πόσο σίγουροι ήταν οι Τούρκοι πολιτικοί ότι αυτή η προσέγγιση λειτουργούσε. Ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ είπε ότι «Δεν υπάρχει τοπική υποστήριξη για τους τρομοκράτες -γι’ αυτό σκοτώνονται άνθρωποι από τους αυτονομιστές. Οι άνθρωποι φοβούνται τους τρομοκράτες». Ο Μπουλέντ Ετσεβίτ, πολιτικός αντίπαλος του Ντεμιρέλ εκείνη την εποχή, χρησιμοποίησε σχεδόν τις ίδιες λέξεις, λέγοντας: «Δεν υπάρχει ευρεία λαϊκή υποστήριξη για τους τρομοκράτες». Μια πηγή στο Υπουργείο Εξωτερικών, επίσης, επέμενε ότι «οι περισσότεροι από τους ανθρώπους στα νοτιοανατολικά δεν τους υποστηρίζουν, επειδή επιτίθενται σε πολίτες -γυναίκες και παιδιά- και προσπαθούν να εκφοβίσουν τον τοπικό πληθυσμό».

06062016-3.jpg

Τούρκοι υπερεθνικιστές φωνάζουν συνθήματα μπροστά από το γερμανικό προξενείο στην Κωνσταντινούπολη, στις 2 Ιουνίου του 2016. OSMAN ORSAL / REUTERS
------------------------------------------

Σήμερα, βέβαια, αντί κατ’ ευφημισμό να επιμένουν ότι «οι άνθρωποι στα νοτιοανατολικά» δεν υποστηρίζουν το PKK, οι πολιτικοί μπορούν με αυτοπεποίθηση να επιμένουν ότι είναι «οι Κούρδοι» που δεν τους υποστηρίζουν. Αυτή η αναμφισβήτητα σημαντική αλλαγή είναι σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα των προσπαθειών του ΑΚΡ να αμφισβητήσει τα μακροχρόνια εθνικιστικά ταμπού, τα οποία στην πιο ακραία μορφή τους οδήγησαν κάποιους να επιμένουν ότι οι Κούρδοι απλά δεν υπήρχαν. Αναγνωρίζοντας δημοσίως την «κουρδική πραγματικότητα» της Τουρκίας το 2005, ο Ερντογάν και η κυβέρνησή του έκαναν πρωτοφανή βήματα για να επιτρέψουν την κουρδική γλώσσα στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, καθώς και μαθήματα στην κουρδική γλώσσα στα πανεπιστήμια.