Κίνδυνοι και ανταμοιβές από τους πρόσφυγες | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Κίνδυνοι και ανταμοιβές από τους πρόσφυγες

Πώς να ξεκλειδωθεί το δυναμικό των εκτοπισμένων
Περίληψη: 

Αφότου έχασαν τα πάντα, πολλοί εκτοπισμένοι άνθρωποι έχουν την αντοχή και την επινοητικότητα για να προσπαθήσουν ξανά. Και αυτό θέτει ένα ερώτημα: Γιατί αυτά τα άτομα, με τα διάφορα υπόβαθρα και τα ταλέντα τους, εκλαμβάνονται τόσο σπάνια ως οικονομική ευκαιρία;

Η MANAL OMAR είναι αναπληρώτρια αντιπρόεδρος του Κέντρου για την Μέση Ανατολή και την Αφρική στο U.S. Institute of Peace.
Ο ELIE ABOUAOUN είναι διευθυντής προγραμμάτων για την Μέση Ανατολή του Κέντρου για την Μέση Ανατολή και την Αφρική στο U.S. Institute of Peace.

Κατά τα τελευταία τέσσερα χρόνια, το στρατόπεδο προσφύγων Zaatari [1] κατά μήκος των συνόρων της Ιορδανίας με την Συρία έχει υποστεί μια εντυπωσιακή μεταμόρφωση. Αυτό που κάποτε ήταν ένας απομονωμένος οικισμός στην έρημο έχει γίνει μια πολυσύχναστη, παράδοξα ζωντανή πόλη 80.000 ανθρώπων. Σχεδόν κάθε ένας από τους κατοίκους του έχει υποστεί αφάνταστη ζημιά και χρειάζεται βοήθεια από την διεθνή κοινότητα, αλλά δεν περιμένουν ακριβώς για αυτό. Στο δάσος από σκηνές και προκατασκευασμένα σπίτια, κουρείς και δάσκαλοι, πωλητές φρούτων και αρτοποιοί -όλοι πρόσφυγες από την Συρία- παίζουν έναν ρόλο στην τοπική οικονομία τους.

Είναι ένα φαινόμενο που έχουμε δει και παλιότερα δουλεύοντας με ανθρώπους που έχουν ξεφύγει από βίαιες συγκρούσεις σε μέρη όπως το Νταρφούρ, ο Λίβανος και το Ιράκ. Αφότου έχασαν τα πάντα, πολλοί εκτοπισμένοι άνθρωποι έχουν την αντοχή και την επινοητικότητα για να προσπαθήσουν ξανά. Και αυτό θέτει ένα ερώτημα: Γιατί αυτά τα άτομα, με τα διάφορα υπόβαθρα και τα ταλέντα τους, εκλαμβάνονται τόσο σπάνια ως οικονομική ευκαιρία; Είναι ένα ερώτημα που απευθύνθηκε σε δύο σημαντικές συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν αυτόν τον μήνα στην διάρκεια των εργασιών της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη: Την Σύνοδο Κορυφής του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και τους Μετανάστες στις 19 Σεπτεμβρίου, ακολούθησε την επόμενη ημέρα η Σύνοδος Κορυφής των ηγετών για τους Πρόσφυγες, που φιλοξενήθηκε από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα. Η σύνοδος κορυφής του ΟΗΕ έκανε έκκληση [2] για μια αντιμετώπιση των κρίσεων που πηγαίνει πέρα από την ανθρωπιστική βοήθεια για να αγκαλιάζει την απασχόληση και την εκπαίδευση. Ο Ομπάμα επιδιώκει ενισχυμένα εργασιακά δικαιώματα για τους πρόσφυγες, εν μέσω άλλων μαζικών αυξήσεων της αρωγής για τους πρόσφυγες.

23092016-1.jpg

Η Rana, μια Σύρια πρόσφυγας, εργάζεται σε έναν χειροποίητο αργαλειό για το Jasmine, ένα πρόγραμμα το οποίο προσλαμβάνει και εκπαιδεύει Σύριες πρόσφυγες για να δημιουργήσουν χειροτεχνήματα, στο Αμμάν της Ιορδανίας, στις 11 Ιουλίου 2016. MUHAMMAD HAMED / REUTERS
--------------------------------

Χωρίς αμφιβολία, οι πιέσεις που θέτουν οι πρόσφυγες στις χώρες υποδοχής σήμερα είναι τεράστιες. Ο πληθυσμός του Λιβάνου που είναι τέσσερα εκατομμύρια, για παράδειγμα, έχει διογκωθεί κατά 25% με την άφιξη των Σύριων που έφυγαν από την πατρίδα τους. Τα παιδιά πρόσφυγες περιλαμβάνουν το 50% των μαθητών δημοτικού σχολείου εκεί, και το ποσοστό ανεργίας του Λιβάνου έχει διπλασιαστεί [3] από το 2011. Τα κράτη που συνορεύουν με πολεμικές ζώνες χρειάζονται πολύ περισσότερη βοήθεια από την διεθνή κοινότητα για την παροχή αρωγής στα 60 εκατομμύρια προσφύγων παγκοσμίως. Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι οι χώρες που υποδέχτηκαν τους περισσότερους πρόσφυγες, κυρίως ο Λίβανος και η Ιορδανία, έχουν ανάγκη 5,8 δισεκατομμύρια δολάρια μόνο φέτος για να συμπληρώσουν ανάγκες υποδομών˙ από το νερό μέχρι τις εγκαταστάσεις υγείας, οι οργανισμοί κοινής ωφέλειας των χωρών δύσκολα μπορούν να φέρουν το βάρος ενός διογκούμενου πληθυσμού.

Σίγουρα, η οικονομική συμμετοχή των προσφύγων στις χώρες υποδοχής δεν σημαίνει ότι οι εν λόγω τόποι πρέπει να γίνουν ο μόνιμος προορισμός για την πλειοψηφία των προσφύγων. Πολλοί ελπίζουν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και πολλοί άλλοι θα προχωρήσουν σε μια τρίτη χώρα για μόνιμη επανεγκατάσταση. Μέχρι τότε, όμως, η διεθνής κοινότητα πρέπει να αναγνωρίσει -και να βοηθήσει στην άμβλυνσή του- τον δημογραφικό φόρτο που επιβάλλεται στους λαούς που συνορεύουν με τις συγκρούσεις της περιοχής. Και μακροπρόθεσμα, η απελευθέρωση της οικονομικής ενέργειας των εκτοπισμένων είναι ο καλύτερος δρόμος για την μείωση της επιβάρυνσης των κρατών υποδοχής, μόνιμα ή αλλιώς, και για τον περιορισμό του κινδύνου ριζοσπαστικοποίησης, ιδίως δεδομένου ότι οι πρόσφυγες τώρα συνήθως περνούν περίπου 17 χρόνια σε νομικό κενό.

Τα ποιοτικά δεδομένα σχετικά με την οικονομική δραστηριότητα των εκτοπισμένων πληθυσμών είναι σπάνια, αλλά μια εντεινόμενη έρευνα σηματοδοτεί ελπιδοφόρες κατευθύνσεις. Στο Κλίβελαντ, για παράδειγμα, τα 4,8 εκατ. δολάρια που ξόδεψαν οι τοπικοί φορείς επανεγκαθιστώντας ανθρώπους το 2012 απέδωσαν περίπου 48 εκατομμύρια δολάρια σε οικονομικές επιδράσεις [4], σύμφωνα με μια μελέτη από την Chmura Economics & Analytics. Η εταιρεία δήλωσε ότι οι πρόσφυγες ήταν περισσότερο επιχειρηματικοί και κατέγραψαν μεγαλύτερη επιχειρηματική επιτυχία συγκριτικά με τους ντόπιους, και η προστιθέμενη αγοραστική τους δύναμη συχνά βοηθά στην αναζωογόνηση κοινοτήτων που εξασθενίζουν.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε επίσης να επωφεληθεί από την εισροή [5] κατά το τελευταίο έτος περίπου 1,2 εκατομμυρίων αιτούντων άσυλο, δήλωσε πρόσφατα η Κριστίν Λαγκάρντ του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, επικαλούμενη έρευνα από τους οικονομολόγους του Ταμείου. Οι χώρες της ΕΕ που καταφέρνουν να φέρνουν πρόσφυγες στο εργατικό δυναμικό τους θα μπορούσαν να προσθέσουν 0,2 ποσοστιαίες μονάδες στην ανάπτυξη από το 2020, σύμφωνα με την Λαγκάρντ, κάτι που θα οφείλεται σε μια αύξηση της προσφοράς εργασίας καθώς και των καταναλωτικών δαπανών. Στο περιβάλλον της αργής ανάπτυξης της Ευρώπης, αυτή η προσθήκη είναι σημαντική, είπε.

Σαφώς, το γενικότερο πλαίσιο έχει σημασία [6]: Η Ιορδανία και ο Λίβανος -μικρές χώρες με περιορισμένους πόρους και λεπτές δημογραφικές ισορροπίες- αντιμετωπίζουν μια μεγαλύτερη πρόκληση στο να απορροφήσουν τους πληθυσμούς προσφύγων από όσο έκαναν η Ευρώπη ή οι Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, όταν ενσωμάτωσαν 880.000 Βιετναμέζους μετά τον πόλεμο των ΗΠΑ στην χώρα τους. Αλλά υπάρχουν ιστορίες επιτυχίας και πέρα από τις προηγμένες οικονομίες.