Η λάθος αντίδραση της Ισπανίας στο δημοψήφισμα της Καταλονίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η λάθος αντίδραση της Ισπανίας στο δημοψήφισμα της Καταλονίας

Πώς η υπεραντίδρασή της νομιμοποίησε την έκκληση για ανεξαρτησία
Περίληψη: 

Εάν η ισπανική κυβέρνηση επιθυμεί να επανέλθει στην σωστή πλευρά των γεγονότων, θα πρέπει να αναζητήσει κάθε τρόπο για να αποκαταστήσει τη νομιμοποίηση της διακυβέρνησής της στην Καταλονία.

Ο R. JOSEPH HUDDLESTON είναι υποψήφιος διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας.

Η Μαδρίτη απάντησε στο δημοψήφισμα του Σαββατοκύριακου για την ανεξαρτησία της Καταλονίας [1] στέλνοντας χιλιάδες αστυνομικούς, οι οποίοι χτύπησαν τους ψηφοφόρους και πυροβόλησαν μη βίαιους ακτιβιστές με σφαίρες από καουτσούκ. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια πιο αντιπαραγωγική πορεία δράσης. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η ανεξαρτησία δεν προτιμήθηκε έντονα στην πορεία προς το δημοψήφισμα και οι περισσότεροι Καταλανοί έκριναν την ψηφοφορία ως παράνομη. Η ισπανική κυβέρνηση [2] θα μπορούσε να έχει ακολουθήσει μια απλή συνταγή: Να αφήσει το δημοψήφισμα να προχωρήσει και να εγκρίνει τα αποτελέσματα εάν αποτύγχανε ή να τα κηρύξει άκυρα αν πετύχαινε. Αυτό είναι το παράδειγμα που έθεσε ο Καναδάς το 1995, το Ηνωμένο Βασίλειο το 2014 και το Ιράκ νωρίτερα αυτόν τον μήνα. Αν η ισπανική κυβέρνηση είχε υποβαθμίσει την ψηφοφορία, ο κόσμος θα το είχε ξεχάσει γρήγορα. Αντ’ αυτού, κατέλαβε τα πρωτοσέλιδα παραβιάζοντας τον βασικό διεθνή κανόνα της ανοχής στις ειρηνικές διαδηλώσεις και της στήριξης της δημοκρατικής εκπροσώπησης.

04102017-1.jpg

Ισπανοί αστυνομικοί απομακρύνουν διαδηλωτές έξω από ένα εκλογικό κέντρο στην Βαρκελώνη, τον Οκτώβριο του 2017. SUSANA VERA / REUTERS
-------------------------------------------------------

Πράγματι, το δημοψήφισμα της 1ης Οκτωβρίου αντιμετώπισε την χρήση κατασταλτικών τακτικών που συνήθως παρατηρούνται μόνο σε αυταρχικά κράτη [3]. Η κυβέρνηση μετέφερε χιλιάδες αστυνομικούς στην περιοχή για να εμποδίσει στην πράξη τους Καταλανούς να ψηφίσουν. Τα καταλανικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης γεμίζουν τώρα με βίντεο αστυνομικών που χτυπούσαν ηλικιωμένους άνδρες, έριχναν ανθρώπους από τις σκάλες, τους χτυπούσαν στο πρόσωπο και στον λαιμό, έσερναν ηλικιωμένες γυναίκες στους δρόμους και χτυπούσαν πολίτες με γκλομπ. Οι σφαίρες από καουτσούκ απαγορεύονται στην Καταλονία, όμως η αστυνομία [4] πυροβόλησε με αυτές ψηφοφόρους και διαδηλωτές σε κοντινή απόσταση, με περισσότερους από 900 τραυματίες. Και σαν να μην ήταν οι εικόνες αυτές αρκετά έντονες, υπάρχει ακόμα και υλικό με την αστυνομία να κατάσχει κάλπες από εκλογικά κέντρα, μια χλεύη στο παγκόσμιο σύμβολο της δημοκρατίας.

Και όλα αυτά είναι ένα δώρο για το κίνημα της ανεξαρτησίας. Κάθε αποσχιστική ομάδα που ελπίζει να δημιουργήσει ένα αναγνωρισμένο κυρίαρχο κράτος πρέπει να παλέψει με τους διεθνείς κανόνες. Ο πιο σημαντικός είναι ο κανόνας της εδαφικής ακεραιότητας, που συνεπάγεται σταθερά σύνορα και μη παρέμβαση στις υποθέσεις άλλων κρατών. Υπάρχει μια ισχυρή και κατανοητή προτίμηση υπέρ του status quo, και οι μεγάλες δυνάμεις που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην διεθνή κυριαρχία των αυτονομιστών δεν είναι σχεδόν ποτέ πρόθυμες να «κλωτσήσουν την καρδάρα με το γάλα». Ωστόσο, στον αντίποδα υπάρχουν η αρχή της αυτοδιάθεσης, που κατοχυρώνεται στο Κεφάλαιο 1 της Χάρτας των Ηνωμένων Εθνών, και ένα αντιληπτό δικαίωμα στην αξιοπρεπή εκπροσώπηση στην κυβέρνηση. Τα αποσχιστικά κινήματα συνήθως επικαλούνται αυτήν την αρχή ως θεμέλιό τους, υποστηρίζοντας ότι η κεντρική κυβέρνηση αποτυγχάνει να τηρήσει την δική της πλευρά της συμφωνίας.

Φυσικά, ο υπόλοιπος κόσμος συνήθως αγνοεί τέτοιους ισχυρισμούς, ειδικά όταν προέρχονται από δημοκρατικά εκπροσωπούμενους πολίτες. Αλλά προσθέστε μια βίαιη καταστολή [5], και οι υπολογισμοί αναπροσαρμόζονται. Στην πραγματικότητα, βλέπουν μια τέτοια κρατική καταστολή ως απόδειξη ότι η κυβέρνηση έχει, πράγματι, χάσει νομιμοποίηση. «Το να υποκατασταθεί η εξουσία από την βία μπορεί να φέρει νίκη», όπως έγραψε η πολιτική θεωρητικός Hannah Arendt [6], «αλλά το τίμημα είναι πολύ υψηλό˙ διότι δεν πληρώνεται μόνο από τους ηττημένους, πληρώνεται επίσης από τον νικητή, από την άποψη της δικής του εξουσίας».

Για παράδειγμα, μετά την διακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου το 1990, ήταν η διάλυση της κυβέρνησης του Κοσσυφοπεδίου από την Σερβία, η απόλυση 100.000 Αλβανών εργατών, οι επανειλημμένες επιδρομές [εναντίον] αλβανικών χωριών του Κοσσυφοπεδίου και η βαριά στρατιωτική παρουσία που ξεκίνησαν τον μακρύ δρόμο προς την αυτονομία του Κοσσυφοπεδίου (αν και δεν είναι ακόμη παγκοσμίως αναγνωρισμένο). Αυτό που ξεκίνησε με την διεθνή ανησυχία για εθνοκάθαρση κατέληξε σε πλήρη επέμβαση, προτού να οδηγήσει σε μια ταχεία χιονοστιβάδα αναγνώρισης ενός ανεξάρτητου κράτους του Κοσσυφοπεδίου.

Η αντίδραση της Μαδρίτης, επίσης, έχει προσδώσει περισσότερη νομιμοποίηση σε παλαιότερους απορριφθέντες καταλανικούς ισχυρισμούς απ’ ό, τι θα μπορούσε να έχει κάνει οποιαδήποτε εκστρατεία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ή οποιοδήποτε αποτέλεσμα δημοψηφίσματος. Έχει επίσης καταφέρει να κάνει τον κόσμο να παρακολουθήσει κάτι στο οποίο δεν έδινε σημασία. Είναι ακόμα σχεδόν βέβαιο ότι κανένα κράτος δεν θα αναγνωρίσει μια ανεξάρτητη Καταλονία [7] αυτή την στιγμή. Αυτό θα ήταν πολύ δύσκολο για τις σχέσεις με την Ισπανία και θα προκαλούσε υπερβολικά προβλήματα το να αλλάξουν οι κυβερνητικοί φορείς. Τα μόνα κράτη που θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν επίσημα την καταλανική ανεξαρτησία είναι εκείνα για τα οποία είναι άνευ σημασίας: Μικρά κράτη που δεν έχουν σχέσεις με την Ισπανία ή την ΕΕ και δεν διαθέτουν δικά τους αυτονομιστικά κινήματα.

04102017-2.jpg

Άνθρωποι κρατούν ψηφοδέλτια έξω από ένα εκλογικό τμήμα στην Βαρκελώνη, τον Οκτώβριο του 2017. SUSANA VERA / REUTERS
----------------------------------------------------------