Ο Trump καταστρέφει την σχέση ΗΠΑ-Ισραήλ; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο Trump καταστρέφει την σχέση ΗΠΑ-Ισραήλ;

Γιατί το Τελ Αβίβ γίνεται νευρικό
Περίληψη: 

Οι πυκνότερες συνομιλίες μεταξύ Ισραηλινών και Αμερικανών αξιωματούχων θα επιτρέψουν καλύτερη εκτίμηση για τις εκατέρωθεν θέσεις και θα διευκολύνουν, όποτε είναι δυνατόν, μια πιο απρόσκοπτη συνεργασία προς τους κοινούς στόχους.

Ο SHALOM LIPNER είναι ανώτερος συνεργάτης στο Κέντρο Πολιτικής Μέσης Ανατολής στο Brookings Institution. Από το 1990 έως το 2016, υπηρέτησε επτά διαδοχικούς πρωθυπουργούς στο Γραφείο του Πρωθυπουργού στην Ιερουσαλήμ.

Τίποτα δεν είναι πιο εκνευριστικό για το δεξιό κατεστημένο του Ισραήλ [1] απ’ ό, τι η γνωστή κατηγορία ότι «η κατάσταση» -δηλαδή, με τους Παλαιστινίους- «δεν είναι βιώσιμη». Κατευθυνόμενη [2] από επικριτές των υποτιθέμενα βραδυπορούντων Ισραηλινών, η μη βιωσιμότητα συνήθως σημαίνει ότι οτιδήποτε λιγότερο από την ολομέτωπη επιθετική επιδίωξη της ειρήνης θα θέσει τελικά σε κίνδυνο την επιβίωση του εβραϊκού κράτους. Τα πλεονεκτήματα ενός τέτοιου συμπεράσματος είναι αμφισβητήσιμα. Ούτως ή άλλως, η βιωσιμότητα έχει επανέλθει τώρα στον πολιτικό διάλογο, αφορώντας αυτή την φορά σε τίποτα λιγότερο από το κεντρικό συστατικό της εθνικής ασφάλειας του Ισραήλ, δηλαδή την περίφημη εταιρική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μπορεί να ανθέξει;

09102017-1.jpg

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ (στη μέση) με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Βενιαμίν Νετανιάχου (δεξιά) και τον πρόεδρο Reuven Rivlin, τον Μάιο του 2017. AMIR COHEN / REUTERS
-------------------------------------------------------------------

Οι εντάσεις μαστίζουν την σχέση ΗΠΑ-Ισραήλ [3] υπό την κοινή διαχείριση του προέδρου των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, και του Ισραηλινού πρωθυπουργού, Βενιαμίν Νετανιάχου. Κάποιες φορές φαινόταν αμφίβολο ότι η διμερής φιλία θα άντεχε τις παράλληλα εξελισσόμενες θητείες τους. Οι συγκρούσεις σχετικά με τα πυρηνικά σχέδια του Ιράν, την ειρηνευτική διαδικασία στην Μέση Ανατολή και την καλύτερη αντίδραση στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας προκάλεσαν πικρές συζητήσεις -συχνά διανθισμένες με προσωπικές [4] προσβολές [5]- που οδήγησαν σε ένα ρήγμα μεταξύ των δύο χωρών. Καθώς η θητεία του Ομπάμα πλησίαζε στο τέλος της, ο Netanyahu [6] και ο τότε γεμάτος ελπίδες προεδρικός υποψήφιος Donald Trump [7] σηματοδότησαν στα ενδιαφερόμενα μέρη ότι η εποχή μετά τον Ομπάμα θα γινόταν μάρτυρας μιας στιγμιαίας διάλυσης οποιασδήποτε εχθρότητας. Το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ζούσαν ευτυχισμένα μετά από αυτό για πάντα.

Όμως, περισσότερο από οκτώ μήνες μετά την προεδρία του Trump [8], η φωτιά εξακολουθεί να σιγοκαίει. Ο Netanyahu και οι ακόλουθοί του τροφοδότησαν την αφήγηση ότι η υποτιθέμενη συμπάθεια του Ομπάμα για το Ισραήλ είναι ανειλικρινής, ότι κανένας φίλος του Ισραήλ στον Λευκό Οίκο δεν θα εγκρίνει ποτέ το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (Joint Comprehensive Plan of Action, JCPOA) με το Ιράν ή δεν θα αρνηθεί να ασκήσει βέτο σε ένα ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που θα καταδικάζει την ισραηλινή πολιτική –αμφότερα των οποίων έκανε ο Ομπάμα. (Ανεξάρτητα από το πακέτο βοήθειας ασφαλείας ύψους 38 δισεκατομμυρίων δολαρίων που έδωσε η κυβέρνηση Ομπάμα στο Ισραήλ). Τα στερεά θεμέλια της αμοιβαία επωφελούς συμμαχίας λύγισαν, αλλά αποδείχθηκαν ανθεκτικά. Τώρα, ο Trump ωθεί την σχέση πάλι προς το σημείο θραύσης.

Ο ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΟΣ TRUMP

Πολλοί Ισραηλινοί -που προέρχονται από μια από τις μόνο δύο χώρες του κόσμου που εξέφρασαν [9] μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην διαχείριση των παγκόσμιων υποθέσεων από τον Τραμπ από ό, τι από τον Ομπάμα (η άλλη είναι η Ρωσία)- είχαν μεγάλες προσδοκίες για μια αναγέννηση στις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πειθόμενοι στα λόγια του Τραμπ ότι ήταν ο «μεγαλύτερος φίλος» του Ισραήλ [10], κατέγραψαν τις υποσχέσεις του ότι θα μεταφέρει αμέσως την αμερικανική πρεσβεία στην Ιερουσαλήμ και τον παρακολούθησαν να κινητοποιείται, ως εκλεγμένος πρόεδρος, για να μπλοκάρει [11] μια αιγυπτιακή πρόκληση προς το Ισραήλ στα Ηνωμένα Έθνη. Οι Εβραίοι υποστηρικτές του Trump στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν εξίσου κινητοποιημένοι [12] από την πεποίθηση ότι ο μεγιστάνας των ακίνητων (και παππούς τριών εβραιόπουλων) θα ήταν «καλός για το Ισραήλ». Αλλά φαίνεται να υπάρχει αντίστροφη σχέση μεταξύ της ρητορικής του Trump και της απτής προόδου, τουλάχιστον όσον αφορά το Ισραήλ. Η διαλαλημένη επίσκεψή του τον Μάιο στο Ισραήλ είχε πολλούς συμβολισμούς, αλλά εξαιρετικά μικρή ουσία.

Σύμφωνα με τα ισραηλινά ειωθότα, ο No Drama Obama έχει αντικατασταθεί από τον All Stump Trump. Οι προεκλογικού τύπου δηλώσεις του είναι άφθονες, αλλά υποτονικές. Μπορεί να εννοεί αυτό που λέει, αλλά, είτε λόγω έλλειψης εμπειρίας, ανεπαρκούς εύρους, έλλειψης ταλέντου, πραγματικής προθέσεως είτε κάποιου συνδυασμού όλων των παραπάνω, ο πρόεδρος δεν έχει ακόμη εκπληρώσει μεγάλο μέρος των υπέρ του Ισραήλ δηλώσεών του.

Παρά τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις [13] ότι η κίνηση της πρεσβείας είναι αναπόφευκτη, ο πρέσβης του Trump στο Ισραήλ εξακολουθεί να εδρεύει στο Τελ Αβίβ. Η απέχθεια του προέδρου για την συμφωνία με το Ιράν δεν τον εμπόδισε να επιβεβαιώσει [14] δύο φορές την συμμόρφωση του Ιράν προς τις διατάξεις της. Ο πρώην επικεφαλής στρατηγιστής του Λευκού Οίκου, Stephen Bannon, δήλωσε [15] στην [τηλεοπτική εκπομπή] «60 λεπτά» ότι ο Trump θέλει να αποχωρήσει από την συμφωνία, αλλά στο μεταξύ ήταν ο Bannon και οι συνάδελφοί του που δυσφημούσαν την συμφωνία οι οποίοι βγήκαν από την κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένου του Michael Flynn, του για σύντομο χρονικό διάστημα συμβούλου εθνικής ασφαλείας του Trump˙ ο Sebastian Gorka, τώρα πρώην αναπληρωτής βοηθός του προέδρου˙ ο Ezra Cohen-Watnick, πρώην διευθυντής για προγράμματα [υπηρεσιών] πληροφοριών στο Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας του Trump˙ και ο Derek Harvey, πρώην μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας.

Ο Netanyahu πρέπει τώρα να στηρίξει την υπόθεσή του ενώπιον υποστηρικτών της επιβεβαίωσης [της συμφωνίας με το Ιράν], όπως ο υπουργός Εξωτερικών Rex Tillerson, ο υπουργός Άμυνας Jim Mattis και ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας H.R. McMaster. Επιπλέον, η αποστροφή της ισραηλινής κυβέρνησης για την UNRWA, την υπηρεσία των Ηνωμένων Εθνών που βοηθά τους εκτοπισμένους Παλαιστίνιους, δεν αποθάρρυνε το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών να ζητήσει από τα κράτη-χορηγούς [16] τον Αύγουστο να καλύψουν και πάλι το έλλειμμα του οργανισμού.