Μπορεί η Γαλλία να είναι η νέα γέφυρα της Αμερικής στην Ευρώπη; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μπορεί η Γαλλία να είναι η νέα γέφυρα της Αμερικής στην Ευρώπη;

Ο γαλλικός πραγματισμός συναντά το «Πρώτα η Αμερική»
Περίληψη: 

Παρά την θεαματική βελτίωση των αμερικανο-γαλλικών σχέσεων, τα κλασικά στοιχεία δυσπιστίας μεταξύ της Γαλλίας και των ΗΠΑ μπορούν εύκολα να βρουν πάλι το δρόμο τους διαμέσω του Ατλαντικού. Οι δύο χώρες εξακολουθούν να θεωρούν την εξέλιξη η μια της άλλης ως προβληματική.

Η CELIA BELIN είναι επισκέπτρια συνεργάτις του Κέντρου για τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη στο Ινστιτούτο Brookings, και μια εξωτερική συνεργάτις στο Centre Thucydide στο Παρίσι. Αυτό το άρθρο βασίζεται σε μια προσεχή έκθεση του Brookings από την συγγραφέα για τις γαλλο-αμερικανικές σχέσεις.

Μια μεγάλη θύελλα επαπειλείται πάνω από τον Ατλαντικό και θα μπορούσε να ξεσπάσει στους επόμενους μήνες. Με την εξαίρεση των Ευρωπαίων συμμάχων από τους δασμούς των ΗΠΑ στον χάλυβα και το αλουμίνιο που λήγει την 1η Μαΐου και την προθεσμία του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, προς τους Ευρωπαίους για να «διορθώσουν» τις πυρηνικές συμφωνίες του Ιράν να έρχεται σύντομα μετά την 1η Μαΐου, οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνονται έτοιμες να έρθουν σε σύγκρουση με την Ευρώπη για πολιτικές που αντιβαίνουν τα βασικά συμφέροντα της γηραιάς ηπείρου. Παρά τα πρόσφατα κοινά στρατιωτικά χτυπήματα στις εγκαταστάσεις των χημικών όπλων της Συρίας, στις 14 Απριλίου, οι Ευρωπαίοι ανησυχούν για τις μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις των Ηνωμένων Πολιτειών για την σταθεροποίηση και ανοικοδόμηση της Μέσης Ανατολής. Οι σύμμαχοι έχουν αφεθεί να πιθανολογούν για το τι θα φέρει ο πρόσφατος ανασχηματισμός του προσωπικού στην διοίκηση του Trump, προετοιμαζόμενοι για μια αχαλίνωτη εξωτερική πολιτική τύπου «Πρώτα η Αμερική».

20042018-1.jpg

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, συναντά τον Γάλλο πρόεδρο, Εμμανουέλ Μακρόν, στη Νέα Υόρκη, στα 18 Σεπτεμβρίου 2017. KEVIN LAMARQUE / REUTERS
-----------------------------------------------------------------------

Στο πλαίσιο αυτό, ο πρόεδρος Emmanuel Macron [1] θα πραγματοποιήσει την πρώτη του επίσημη επίσκεψη στις Ηνωμένες Πολιτείες, στις 23-25 Απριλίου. Όχι μόνο ο νεαρός Γάλλος ηγέτης, ένας ήρωας των φιλελεύθερων φιλο-ευρωπαϊστών, αγκάλιασε τον λαϊκιστή-εθνικιστή Τραμπ, αλλά η επίσκεψή του έρχεται σε μια εποχή εξασθένισης της βρετανικής και της γερμανικής επιρροής. Ο Macron παίζει σίγουρα τα χαρτιά του με πραγματισμό για να προωθήσει τα συμφέροντα της Γαλλίας, αλλά μήπως μπορεί να εξασφαλίσει ευρύτερο ρόλο για την χώρα του, ως τη νέα ασφαλιστική δικλείδα στην σχέση ΗΠΑ-Ευρώπης; Ή μήπως η Γαλλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα μπορέσουν να συμφιλιώσουν τα βραχυπρόθεσμα συμφέροντά τους, αναζωπυρώνοντας έτσι τις παλιές δυσπιστίες των δύο χωρών;

ΓΑΛΛΙΚΗ ΑΥΤΟΠΕΠΟΙΘΗΣΗ ΕΝ ΜΕΣΩ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΣΥΓΧΥΣΗΣ

Από την εκλογή του Trump, η σχέση των Ηνωμένων Πολιτειών με δύο από τους παραδοσιακά πλησιέστερους Ευρωπαίους συμμάχους τους, την Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, έχει επιδεινωθεί. Και οι δύο χώρες έχουν βρεθεί ανίσχυρες να κάνουν το οτιδήποτε γι’ αυτό, αδυνατώντας να βρουν τον σωστό τόνο για να προσεγγίσουν αποτελεσματικά τον Trump, παραλυμένες όπως είναι λόγω της έλλειψης πρόσβασης (Γερμανία) ή της έλλειψης αυτοπεποίθησης (Ηνωμένο Βασίλειο) . Καθώς οι Βρετανοί οραματίζονται ένα μέλλον μετά το Brexit, η πρωθυπουργός Theresa May έκανε κινήσεις προς τον Trump με την ελπίδα να χρησιμοποιήσει την ειδική σχέση για να εξασφαλίσει μια κερδοφόρα εμπορική συμφωνία, αλλά η υπερβολική αντιδημοφιλία του Αμερικανού προέδρου στο Ηνωμένο Βασίλειο περιόρισε την προσέγγισή της. Η Γερμανία, υπό τα συνεχή πυρά του Trump επειδή καταγράφει μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα με τις Ηνωμένες Πολιτείες, επειδή δεν δαπανά αρκετά για την άμυνα, για την πολιτική ανοικτών συνόρων της κατά την διάρκεια της προσφυγικής κρίσης του 2015, ή, πρόσφατα, επειδή δεν συμμετείχε στα χτυπήματα κατά της Συρίας, έπρεπε να κάνει ειδικά ανοίγματα προς την διοίκηση για να λάβει την μεταχείριση που θα ήταν η συνήθης υπό τους προηγούμενους προέδρους –ωθώντας την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ [2] να επισκεφθεί την Ουάσινγκτον δύο ημέρες μετά τον Macron τον Απρίλιο, για να διασφαλίσει ότι οι εξαιρέσεις στους δασμούς χάλυβα και αλουμινίου θα γίνουν μόνιμες.

Αυτή η σειρά γεγονότων δημιούργησε μια ευκαιρία για την Γαλλία ώστε να καλύψει το χάσμα στην διατλαντική σχέση. Σε αντίθεση με τους δύο μεγάλους γείτονές της, οι καρδιακοί παλμοί της Γαλλίας δεν έχει επιταχύνθηκαν. Ο γαλλικός λαός δεν έδειξε το είδος της ωμής συναισθηματικής αντίδρασης στην εκλογή του Trump που επικρατούσε σε άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης και ο Macron, μάλιστα, τόλμησε να προσκαλέσει τον πρόεδρο στο Παρίσι για την Ημέρα της Βαστίλης, σε μια στιγμή που η προοπτική μιας επίσημης επίσκεψης του Trump στο Ηνωμένο Βασίλειο εγκαταλείφθηκε υπό τον φόβο μιας δημόσιας αντίδρασης. Οι δύο πρόεδροι ανέπτυξαν μια πραγματική προσωπική σχέση, μοιραζόμενοι ομοιότητες κατά την ανάρρησή τους στην εξουσία -δύο αουτσάιντερ που κατέστρεψαν το πολιτικό κατεστημένο, δύο αποδιοργανωτικές προσωπικότητες που απολαμβάνουν την υπέρβαση- και στην άμεση, ωμή ρητορική τους. Οι ηγέτες της Γαλλίας και της Αμερικής μιλούν σε τακτική βάση και ο Τραμπ στέλνει συγχαρητήρια σημειώματα στον Γάλλο πρόεδρο όταν εμφανίζεται θετικά στον Τύπο. Επακόλουθα, ο Macron είχε το προνόμιο να είναι ο πρώτος ηγέτης του κόσμου που θα προσκληθεί από τον Trump για επίσημη κρατική επίσκεψη.

Ο ΓΑΛΛΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΗΚΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ TRUMP

Παρά την εξαιρετική σχέση του Macron με τον Trump, μεγάλο μέρος της ανανέωσης των αμερικανο-γαλλικών δεσμών στην πραγματικότητα προηγήθηκε. Η γαλλική διπλωματική παράδοση, η οποία στο παρελθόν θεωρήθηκε ως εμπόδιο για την στενή σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αποδεικνύεται πλεονέκτημα για την συνεργασία με την Αμερική του Trump.