Σταματήστε να έχετε εμμονή με την Κίνα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Σταματήστε να έχετε εμμονή με την Κίνα

Γιατί το Πεκίνο δεν θα βάλει σε κίνδυνο την ηγεμονία των ΗΠΑ
Περίληψη: 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν τεράστιο οικονομικό και στρατιωτικό προβάδισμα έναντι της Κίνας. Για να καλύψει την διαφορά, η Κίνα θα χρειαστεί να αυξήσει τους πόρους ισχύος της πιο γρήγορα. Αυτό, όμως, είναι ένα μακρινό πλάνο, όχι μόνο λόγω των τεράστιων χρεών της, της συρρίκνωσης των πόρων της και της αχαλίνωτης διαφθοράς, αλλά και λόγω της εργατικής της δύναμης που διαβρώνεται.

Ο MICHAEL BECKLEY είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Tufts και συνεργάτης στο Κέντρο Belfer για την Επιστήμη και τις Διεθνείς Υποθέσεις στην Σχολή Διακυβέρνησης Kennedy στο Χάρβαρντ. Είναι ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Unrivaled: Why America Will Remain the World’s Sole Superpower.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ένα βαθιά πολωμένο έθνος, όμως μια άποψη καλύπτει όλο και περισσότερο το κομματικό χάσμα: Ότι η χώρα βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο να ξεπεραστεί από την Κίνα. Εκτός κι αν η Ουάσιγκτον κάνει πολύ περισσότερα για να αντιμετωπίσει την άνοδο του μεγαλύτερου αντιπάλου της, πολλοί υποστηρίζουν ότι μπορεί σύντομα να χάσει την ιδιότητά της ως η κορυφαία δύναμη στον κόσμο. Σύμφωνα με αυτήν την αναδυόμενη συναίνεση [1], δεκαετίες αμερικανικών επενδύσεων και διπλωματικών παραχωρήσεων συνέβαλαν στην δημιουργία ενός γεωπολιτικού τέρατος. Η Κίνα διαθέτει πλέον τη μεγαλύτερη οικονομία και τον μεγαλύτερο στρατό στον κόσμο και χρησιμοποιεί την αυξανόμενη δύναμή της για να θέσει τους δικούς της κανόνες στην Ανατολική Ασία, να αποδυναμώσει την αμερικανική οικονομία και να υπονομεύσει την δημοκρατία σε όλο τον κόσμο. Σε απάντηση, πολλοί Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί συμφωνούν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να αυξήσουν την στρατιωτική τους παρουσία στην Ασία, να επιβάλλουν δασμούς [2] σε κινεζικά αγαθά αξίας εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων και να αμφισβητήσουν την επιρροή της Κίνας σε όλο τον κόσμο.

24092018-1.jpg

Μια κινέζικη σημαία στην οικονομική περιοχή της Σαγκάης, τον Δεκέμβριο του 2015. ALY SONG/REUTERS
-----------------------------------------------------------------------

Αλλά αυτή η αναδυόμενη συναίνεση είναι λανθασμένη και η πολιτική απάντηση στηρίζεται σε μια πλάνη. Η Κίνα δεν πρόκειται να ξεπεράσει τις Ηνωμένες Πολιτείες οικονομικά ή στρατιωτικά -αντιθέτως. Κατά τις πιο σημαντικές μετρήσεις εθνικού πλούτου και ισχύος, η Κίνα παλεύει να συμβαδίσει και πιθανότατα θα μείνει πιο πίσω στις επόμενες δεκαετίες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι και θα παραμείνουν η μόνη υπερδύναμη του κόσμου για το άμεσο μέλλον, υπό την προϋπόθεση ότι θα αποφύγουν την υπερεπέκταση στο εξωτερικό ή την υποεπένδυση εγχωρίως.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την στρατηγική των ΗΠΑ, κατά συνέπεια, δεν έγκειται στο να κάνουν πολύ λίγα αλλά στην υπερβολική αντιμετώπιση των φόβων της κινεζικής ανάδυσης και της αμερικανικής παρακμής. Αντί να υπερβάλλει για την άνοδο της Κίνας και να ετοιμάζεται για έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο, η Ουάσιγκτον πρέπει να κάνει πιο μετριοπαθή βήματα για να ενισχύσει την ισχύουσα ισορροπία ισχύος στην Ανατολική Ασία και να αναζωογονήσει την οικονομία των ΗΠΑ. Για να διατηρήσουν την ειρήνη, οι ηγέτες των ΗΠΑ θα πρέπει να επιδιώξουν να εμπλακούν με το Πεκίνο, παρά να το αποξενώσουν, ασφαλείς όντες έχοντας την γνώση ότι οι μακροπρόθεσμες γεωπολιτικές τάσεις θα ευνοήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες.

ΜΕΤΡΩΝΤΑΣ Ο,ΤΙ ΕΧΕΙ ΣΗΜΑΣΙΑ

Το κύριο αποδεικτικό στοιχείο που αναφέρεται συνήθως για την υποτιθέμενη αμείλικτη άνοδο της Κίνας είναι το μεγάλο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της (ΑΕΠ), μαζί με διάφορες άλλες στατιστικές που αποτελούν ουσιαστικά υποσυνιστώσες του ΑΕΠ, συμπεριλαμβανομένης της βιομηχανικής και μεταποιητικής παραγωγής˙ τις εμπορικές και χρηματοοικονομικές ροές˙ και τις δαπάνες για τον στρατό, την Έρευνα και Ανάπτυξη (Ε&Α) και τις υποδομές. Αυτοί οι χονδρικοί δείκτες, ωστόσο, είναι άθλια μέτρα της ισχύος μιας χώρας. Όπως παρουσιάζω σε ένα νέο βιβλίο [3], απέτυχαν να εντοπίσουν την άνοδο και την πτώση των μεγάλων δυνάμεων τα τελευταία 200 χρόνια και τα πάνε λίγο καλύτερα από το στρίψιμο ενός κέρματος στο να προβλέψουν τους νικητές και τους ηττημένους των διεθνών διενέξεων και πολέμων.

Στην πραγματικότητα, με αυτά τα μέτρα, η Κίνα βρισκόταν στην κορυφή άλλη μια φορά στο παρελθόν: Τον 19ο αιώνα, η Κίνα είχε τη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο και τον μεγαλύτερο στρατό. Είχε επίσης εμπορικό πλεόνασμα σε σχέση με άλλες μεγάλες δυνάμεις. Ωστόσο, πολλοί Κινέζοι πολίτες θεωρούν σήμερα την εποχή εκείνη ως έναν «αιώνα εξευτελισμού», κατά την διάρκεια του οποίου η χώρα τους έχασε τεράστιες εκτάσεις εδάφους και τα περισσότερα από τα κυριαρχικά της δικαιώματα από μικρότερους αντιπάλους, κυρίως το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιαπωνία. Ομοίως, η Ρωσία του 19ου αιώνα είχε το μεγαλύτερο ΑΕΠ και στρατό στην Ευρώπη, αλλά υπέστη μια σειρά από συντριπτικές ήττες από το Ηνωμένο Βασίλειο, την Γαλλία και την Γερμανία, οι οποίες κορυφώθηκαν με την κατάρρευση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας το 1917. Τον τελευταίο αιώνα, η Σοβιετική Ένωση ξεπέρασε τις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τα περισσότερα μέτρα των ακαθάριστων πόρων, συμπεριλαμβανομένης της βιομηχανικής παραγωγής, των στρατιωτικών δαπανών και των δαπανών Ε&Α, και του αριθμού των στρατιωτών, των πυρηνικών όπλων, των επιστημόνων και των μηχανικών. Και πάλι, όμως, ηττήθηκε στον Ψυχρό Πόλεμο.

Αυτές και εκατοντάδες άλλες περιπτώσεις απεικονίζουν ένα απλό αλλά κρίσιμο σημείο: Οι χονδρικοί δείκτες όπως το ΑΕΠ και οι στρατιωτικές δαπάνες υπερβάλλουν την ισχύ των πολυάνθρωπων χωρών, διότι υπολογίζουν τα οφέλη από την ύπαρξη ενός μεγάλου εργατικού δυναμικού και ενός μεγάλου στρατού αλλά όχι τα κόστη του να έχουν πολλούς ανθρώπους να θρέψουν, να αστυνομεύσουν, να προστατεύσουν και να εξυπηρετούν.

Ένας μεγάλος πληθυσμός είναι προφανώς ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Το Λουξεμβούργο, για παράδειγμα, δεν πρόκειται ποτέ να γίνει μια μεγάλη δύναμη, επειδή η οικονομία του είναι μια σταγόνα στις παγκόσμιες αγορές και ο στρατός του είναι μικρότερος από την αστυνομία του Κλίβελαντ. Αλλά ένας μεγάλος πληθυσμός δεν αποτελεί εγγύηση για μεγάλη δύναμη, επειδή οι άνθρωποι και παράγουν και καταναλώνουν πόρους. Ένα δισεκατομμύριο αγρότες θα πραγματοποιήσουν τεράστια παραγωγή, αλλά θα καταναλώσουν επίσης το μεγαλύτερο μέρος αυτής της παραγωγής επί τόπου, αφήνοντας λίγα διαθέσιμα μέσα για την προβολή ισχύος στο εξωτερικό.