Η απατηλή αντίδραση στην παγκοσμιοποίηση | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η απατηλή αντίδραση στην παγκοσμιοποίηση

Θυμωμένοι εθνικιστές αντιτίθενται στο ελεύθερο εμπόριο και τη μετανάστευση -μην τους κατευνάζετε
Περίληψη: 

Όταν οι μετανοιωμένοι διεθνιστές μιλάνε για το σταμάτημα της παγκοσμιοποίησης προκειμένου να σωθεί, η ομάδα την οποία κολακεύουν δεν είναι οι «παραγκωνισμένοι», αλλά οι ηλικιωμένοι, φανατικοί λευκοί που δεν συμφωνούν με τις πολιτιστικές αλλαγές των τελευταίων δεκαετιών. Θα ήταν και ηθικά απεχθές και πολιτικά και οικονομικά ανόητο να τους υποθάλπουν.

Ο CHARLES KENNY είναι ανώτερος συνεργάτης και διευθυντής Τεχνολογίας και Ανάπτυξης στο Center for Global Development.

Τα τελευταία δύο χρόνια παρατηρήθηκε μια έκρηξη αυταπάρνησης πρώην υποστηρικτών της παγκοσμιοποίησης, οι οποίοι αναρωτιούνται μήπως οι κοσμοπολίτικες απόψεις τους για τη μετανάστευση και το ελεύθερο εμπόριο βοήθησαν την παράδοση του Λευκού Οίκου στον πρόεδρο των ΗΠΑ Donald Trump. Με την σειρά τους, οι από μακρού χρόνου επικριτές της παγκοσμιοποίησης στην αριστερά έχουν θριαμβολογήσει για αυτή την φαινομενική αποδοχή της ήττας. Αμφότερα τα στρατόπεδα έχουν προτείνει ότι η αντίδραση που αντιπροσωπεύει ο Trump είναι κατανοητή και ότι οι διεθνιστές πρέπει να κάνουν περισσότερα για να φιλοξενήσουν ένα εκλογικό σώμα [1] που έχει στραφεί εναντίον της παγκόσμιας δέσμευσης.

12112018-1.jpg

Υποστηρικτές του Trump σε συγκέντρωση στο Cape Girardeau, στο Μισούρι, τον Νοέμβριο του 2018. CARLOS BARRIA / REUTERS
------------------------------------------------------

Ωστόσο, και τα δύο στρατόπεδα παρερμηνεύουν την εκλογική επιτυχία του Trump. Οι ψηφοφόροι που κερδήθηκαν από το μήνυμά του κατά της παγκοσμιοποίησης δεν ήταν δικαιολογημένα θύματα της παγκοσμιοποίησης. Πολλοί, αν όχι οι περισσότεροι, ήταν και είναι ηλικιωμένοι λευκοί, υποστηρικτές της πατριαρχίας, που αντιπαθούν τους ανθρώπους με σκούρο δέρμα, ειδικά εκείνους από άλλες χώρες. Παρόλο που ίσως να είναι ανάρμοστο να ονομάσουμε αυτή την ομάδα αξιοθρήνητη, ένα πρόγραμμα κατευνασμού ως προς τις απόψεις τους είναι λανθασμένο -οικονομικά, πολιτικά και ηθικά. Η παγκοσμιοποίηση υπήρξε μια συντριπτικά θετική δύναμη [2] για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον υπόλοιπο κόσμο. Αντί να απολογούνται για τον εαυτό τους, οι διεθνιστές είναι καιρός να πάνε τη μάχη σε μια ηλικιωμένη μειοψηφία εθνικιστών και κατασκευαστών τειχών.

ΟΙ ΕΥΛΟΓΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ

Εκείνοι που κατευνάζουν την αντίδραση έχουν στο πλευρό τους αρκετές φωνές διανοούμενων και ανθρώπων με επιρροή. Πολλοί είναι πρώην υπέρμαχοι της παγκοσμιοποίησης που ανησυχούν ότι κινήθηκε πολύ γρήγορα. Ο σχολιαστής των Financial Times, Edward Luce, πρότεινε, για παράδειγμα, το 2017 στο βιβλίο του, The Retreat of Western Liberalism, ότι με την προώθηση της παγκοσμιοποίησης «οι ελίτ του κόσμου βοήθησαν να προκληθεί αυτό που φοβούνταν: Μια λαϊκιστική εξέγερση ενάντια στην παγκόσμια οικονομία». Για να σωθεί το φιλελεύθερο σχέδιο, υποστήριξε, πρέπει να εγκαταλείψουμε «την προσπάθεια για βαθιά παγκοσμιοποίηση». Ο πρώην υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Lawrence Summers, προειδοποίησε επίσης [3] για «μια αυξανόμενη καχυποψία εκ μέρους των εκλογικών σωμάτων ότι η παγκοσμιοποίηση είναι ένα σχέδιο των ελίτ που ωφελεί κυρίως τις ελίτ».

Άλλα μέλη αυτού του χορού είναι οι φιλελεύθεροι και οι αριστεροί που από καιρό έχουν επικρίνει το ελεύθερο εμπόριο και βλέπουν την εκλογή του Trump ως δικαίωση. Σε ένα άρθρο του τον Μάρτιο [4] στο The American Prospect, ο φιλελεύθερος δημοσιογράφος Robert Kuttner ισχυρίστηκε ότι «οι ελίτ και των δύο κομμάτων κέρδισαν τις πολιτικές συζητήσεις για το εμπόριο, αλλά έχασαν τον λαό». Σύμφωνα με τον Kuttner, «όσο περισσότερο αυτοί οι ορθώς σκεπτόμενοι (bien pensants) επιμένουν υπέρ της παγκοσμιοποίησης, τόσο περισσότερες αναταραχές προκαλούν και τόσο περισσότερους ηγέτες όπως ο Trump θα παίρνουμε». Ο συγγραφέας John Judis πήγε στους New York Times για να ασκήσει κριτική στην αριστερά [5] για το ότι αγνοεί την συναισθηματική ελκυστικότητα του εθνικισμού, υποστηρίζοντας ότι η χαμηλής εξειδίκευσης μετανάστευση και οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές της Κίνας έβλαψαν τους Αμερικανούς εργαζόμενους, βοηθώντας «να δημιουργηθεί μια νέα τάξη θυμωμένων ‘παραγκωνισμένων’», οι οποίοι ήταν ευαίσθητοι στο μήνυμα του Trump.

Αυτά τα επιχειρήματα είναι λανθασμένα. Υπερεκτιμούν σοβαρά τόσο τον αριθμό των Αμερικανών που πλήττονται από την παγκοσμιοποίηση όσο και το βάθος της λαϊκής αντίδρασης ως προς αυτήν. Όσον αφορά τη μετανάστευση, είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν αποδείξεις έστω για μια και μοναδική δημογραφική ή περιφερειακή ομάδα πολιτών των ΗΠΑ που έχουν υποστεί βλάβη. Σε ένα έγγραφο το 2015 [6], οι οικονομολόγοι Gaetano Basso και Giovanni Peri εξέτασαν στοιχεία 30 ετών σχετικά με τα αποτελέσματα της αγοράς εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η αύξηση της μεταναστευτικής εργασίας, τόσο συνολικά όσο και ανά ομάδα δεξιοτήτων, είτε αύξησε τους μισθούς των ιθαγενών και την απασχόλησή τους είτε απλώς δεν συνδεόταν με αυτούς. Αντίθετα, το σχέδιο του Trump να τερματίσει τις άδειες εργασίας για τους συζύγους των κατόχων θεωρήσεων H1-B θα μπορούσε να κοστίσει στην οικονομία των ΗΠΑ 2,1 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, σύμφωνα [7] με τους οικονομολόγους Ayoung Kim, Brigitte S. Waldorf και Natasha T. Duncan.

Όσον αφορά το εμπόριο, υπάρχει μια λογική ανάλυση που υποδηλώνει ότι ο αυξημένος ανταγωνισμός που προκύπτει από τις εισαγωγές, παρ’ όλα τα συνολικά οφέλη του, μπορεί να βλάψει την απασχόληση σε συγκεκριμένες κοινότητες και τομείς. Σε μια σημαντική σειρά [8] μελετών [9], οι οικονομολόγοι David H. Autor, David Dorn και Gordon H. Hanson ισχυρίστηκαν ότι η ένταξη της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ) το 2001 είχε αρνητικό αντίκτυπο στις αμερικανικές τοπικές αγορές εργασίας που εκτίθενται στον κινεζικό ανταγωνισμό. Για τουλάχιστον μια πλήρη δεκαετία μετά το «κινεζικό εμπορικό σοκ», όπως ισχυρίστηκαν, αυτές οι αγορές εργασίας -πολλές από τις οποίες εξαρτώνται από την παραγωγή- παρουσίασαν υψηλότερη ανεργία, χαμηλότερους μισθούς και συμπίεσαν τα ποσοστά συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό.