Πώς η Ρωσική Εκκλησία έμαθε να μην ανησυχεί και να αγαπά την βόμβα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς η Ρωσική Εκκλησία έμαθε να μην ανησυχεί και να αγαπά την βόμβα

Η επίδραση της Ορθοδοξίας στο πυρηνικό σύμπλεγμα της Μόσχας

Με μια πρώτη ματιά, η στήριξη της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας προς την σημερινή ρωσική πυρηνική στάση μπορεί να φανεί αντιφατική. Η ρωσική στάση επιδοκιμάζει [4] την κλιμάκωση για χάρη της αποκλιμάκωσης, και την πρώτη χρήση πυρηνικών όπλων σε ορισμένες περιπτώσεις. Αυτές οι θέσεις έρχονται σε αντίθεση με τις αρχές των περισσότερων Δυτικών κλάδων της Χριστιανοσύνης και της Καθολικής θεωρίας του «δίκαιου πολέμου», οι οποίες υπογραμμίζουν την ύπαρξη διακρίσεων μεταξύ μαχητών και μη μαχητών, δίνοντας βάρος στην στρατιωτική αξία μιας επίθεσης έναντι καταστροφής που μπορεί να προκαλέσει σε πολίτες, και θεωρώντας τα πυρηνικά όπλα ως malum in se (αφ’ εαυτά διαβολικά). Η Ορθόδοξη Εκκλησία, ωστόσο, δεν φαίνεται να έχει καμιά τέτοια ανησυχία και έχει προωθήσει μια φιλοπυρηνική κοσμοθεωρία στην Ρωσία.

Ρώσοι στρατιώτες οδηγούν οχήματα μεταφοράς συστημάτων διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων Yars RS-24 κατά την διάρκεια της παρέλασης της Ημέρας της Νίκης, η οποία σηματοδοτεί την επέτειο της νίκης επί της ναζιστικής Γερμανίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην Κόκκινη Πλατεία της κεντρικής Μόσχας, τον Μάιο του 2019. SHAMIL ZHUMATOV / REUTERS
---------------------------------------------------------------

Η ΙΣΧΥΣ ΚΑΙ Η ΔΟΞΑ

Με κάθε πενταετία που περνούσε μετά την πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος, η επιρροή της εκκλησίας στο πυρηνικό κατεστημένο της Ρωσίας αυξανόταν. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι συμφωνίες αφοπλισμού που ακολούθησαν την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης κατέστησαν τα πυρηνικά όπλα πολύ λιγότερο προτεραιότητα. Η πυρηνική πτέρυγα του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος της Ρωσίας βρέθηκε έρμαια -και η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, επιδιώκοντας να επεκτείνει την βάση της επιρροής της, είδε έναν στόχο ευκαιρίας. Η εκκλησία προστάτευσε το πυρηνικό κατεστημένο από τον πολιτικό και κοινωνικό εξοστρακισμό, πίεσε για την χρηματοδότησή του και το βοήθησε να επανεφεύρει τον εαυτό του, εισάγοντας νέο νόημα στην επαγγελματική ζωή του. Κατά την διάρκεια της δεκαετίας, το πυρηνικό σώμα του στρατού εισήγαγε θρησκευτικές τελετές στις καθημερινές του δραστηριότητες, καθόρισε προστάτες αγίους για τους θεσμούς του, και έχτισε εκκλησίες στις εγκαταστάσεις και τα στρατόπεδά του. Οι κληρικοί, από τον πατριάρχη μέχρι τους ιερείς, αλληλεπίδρασαν ανοιχτά με διοικητές πυρηνικών δυνάμεων και αξιωματούχους της βιομηχανίας.

Η επίσημη κρατική πολιτική συνέκλινε με την λαϊκή αγκαλιά της Ρωσικής Ορθοδοξίας κατά την πρώτη δεκαετία αυτού του αιώνα. Το Κρεμλίνο αποκατέστησε τις ιδιοκτησίες που είχε εκκλησία, ίδρυσε στρατιωτικό σώμα κληρικών, και ενίσχυσε τον ρόλο της εκκλησίας στην εκπαιδευτική, κοινωνική και εξωτερική πολιτική. Μέχρι το 2010, η εκκλησία είχε γίνει μέρος της πυρηνικής γραφειοκρατίας. Οι διοικητές του πυρηνικού σώματος και των ανώτερων μελών της πυρηνικής βιομηχανίας υπέγραψαν συμφωνίες συνεργασίας με την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία και καθιέρωσαν στενές επαφές με τον πατριάρχη και τους κληρικούς. Από αυτή την σχέση προέκυψε η πίστη, την οποία ο ίδιος ο Πούτιν φαίνεται να κατέχει [5], ότι η Ορθοδοξία και ο πυρηνικός αποτρεπτικός παράγοντας είναι εξίσου σημαντικά προπύργια του ρωσικού κράτους, διασφαλίζοντας την ασφάλεια του έθνους εσωτερικά, στην περίπτωση της εκκλησίας, και εξωτερικά, στην περίπτωση του πυρηνικού οπλοστασίου.

Από το 2010, ο κλήρος της Ρωσίας έχει φτάσει σε μια νέα αιχμή επιρροής στο κράτος. Οι θρησκευτικές, ιδεολογικές και φιλοσοφικές απόψεις του Πούτιν φαίνεται να έχουν ωριμάσει και να έχουν ενσωματωθεί στο γεωπολιτικό όραμά του και τις πολιτικές επιλογές του. Αυτός και ο περίγυρός του εκφράζουν μια θρησκευτικότητα που φαίνεται σε κάποιο βαθμό γνήσια και έχει δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες για την εκκλησία ώστε να επεκτείνει την επιρροή της σε όλες τις διαστάσεις της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Με την σειρά της, η εκκλησία προσδίδει ηθικό κύρος στις πρωτοβουλίες της εξωτερικής πολιτικής του Κρεμλίνου. Ο κληρικός έχει γίνει μέρος του στρατού, κυρίως μέσα στην πυρηνική διοίκηση, όπου οι ιερείς είναι πλέον ενσωματωμένοι σε τακτικό και επιχειρησιακό επίπεδο, εργάζονται σε άμεση γειτνίαση με τα όπλα και συμμετέχουν σε ασκήσεις εδάφους, αέρα και θάλασσας.

ΜΙΑ ΔΙΑΡΚΗΣ ΕΠΙΡΡΟΗ

Το γεγονός ότι η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία έχει διεισδύσει τόσο βαθιά στο πυρηνικό σύμπλεγμα της χώρας θα έχει πιθανώς σημαντικά και μόνιμα αποτελέσματα. Όταν οι πυρηνικοί οργανισμοί ανταγωνίζονται για πόρους εντός και εκτός του ρωσικού στρατού, η εκκλησία μπορεί να γίνει εργαλείο επιρροής. Βοηθά ήδη να στρατολογηθούν ειδικευμένοι νεολαίοι σε μονάδες ελίτ και οι διοικητές πυρηνικών σωμάτων μπορεί να φθάσουν να δουν τους Ορθόδοξους κληρωτούς ως ιδιαίτερα αξιόπιστους και κινητροδοτημένους, και έτσι να τους επιδιώξουν να τους προσελκύσουν. Πράγματι, η ορθόδοξη πίστη έχει συσχετισθεί τόσο με την εθνική ταυτότητα και τον πατριωτισμό, ώστε όσοι επιδιώκουν την ταχεία προώθηση της προαγωγής τους μέσα στην στρατιωτική κοινότητα και την κοινότητα της εξωτερικής πολιτικής μπορεί να θεωρήσουν κατάλληλο να επαγγελθούν την πίστη τους. Φιλόδοξοι στρατιωτικοί αξιωματικοί, ακόμη και πολιτικοί, μπορούν να βελτιώσουν παρομοίως την σταδιοδρομία τους, συνδεόμενοι τους με επιφανείς ανώτερους κληρικούς στην αυλή του Κρεμλίνου.

Φυσικά, υπάρχουν όρια στην επιρροή της θρησκείας στο εσωτερικό της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής. Όμως, η θεοκρατικοποίηση του κατεστημένου του στρατού και της εξωτερικής πολιτικής της Ρωσίας είναι πραγματική και σημαντική, και η τάση έχει μείνει για πολύ καιρό κάτω από το ραντάρ. Δεν μπορούμε πλέον να κατανοήσουμε την πολιτική νοοτροπία και τον στρατηγικό πολιτισμό του Κρεμλίνου χωρίς να συμπεριλάβουμε την επιρροή της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της πίστης.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.