Όταν πρόκειται για τις αγορές, η Ευρώπη δεν είναι φθίνουσα δύναμη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Όταν πρόκειται για τις αγορές, η Ευρώπη δεν είναι φθίνουσα δύναμη

Η ΕΕ αποτελεί το πρότυπο για τον υπόλοιπο κόσμο

Η υιοθέτηση του GDPR ήταν μια αμφισβητούμενη διαδικασία. Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών και κορυφαίες εταιρείες των ΗΠΑ -συμπεριλαμβανομένων των Cisco, Intel, Microsoft και NBCUniversal- αντιτάχθηκαν στον κανονισμό με το σκεπτικό ότι θα παρεμπόδιζε την συνεργασία για την εθνική ασφάλεια και θα σκότωνε την καινοτομία και την έρευνα. Η ένταση της κριτικής των ΗΠΑ ήταν συνεπής προς μια βαθιά απόκλιση απόψεων [11] μεταξύ της ΕΕ και των Ηνωμένων Πολιτειών σχετικά με την ικανότητα των αγορών να αυτοδιοικούνται και την επιθυμία για κυβερνητικές παρεμβάσεις. Οι νόμοι περί προστασίας προσωπικών δεδομένων των ΗΠΑ είναι σημαντικά ασθενέστεροι από τους [αντίστοιχους] νόμους της ΕΕ και περιορίζονται κυρίως στον δημόσιο τομέα, στην υγειονομική περίθαλψη, και στον τραπεζικό τομέα. Ο ιδιωτικός τομέας στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει σε μεγάλο βαθμό αφεθεί να επινοεί και να επιβάλει τους δικούς του περιορισμούς προστασίας της ιδιωτικότητας των data.

Οι πολιτικές που υπόκεινται στις συζητήσεις για την διεθνή προστασία της ιδιωτικότητας έχουν μετακινηθεί πρόσφατα προς την πλευρά της ΕΕ, εν μέρει χάρη στην αποκάλυψη ότι μια βρετανική πολιτική συμβουλευτική εταιρεία, η Cambridge Analytica, απέκτησε ιδιωτικά δεδομένα που λήφθηκαν από χρήστες του Facebook. Τα στοιχεία αυτά χρησιμοποιήθηκαν στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ το 2016 και στο δημοψήφισμα του 2016 για το Brexit. Αλλά ο ύψιστος καθοριστικός παράγοντας της μοίρας του GDPR δεν θα είναι τόσο η πολιτική όσο η Επίδραση των Βρυξελλών.

Η ΕΕ είναι μια σημαντική αγορά για πολλές επιχειρήσεις που βασίζονται σε δεδομένα (data), συμπεριλαμβανομένων της Facebook και της Google. Η Facebook έχει περισσότερα από 250 εκατομμύρια χρήστες [12] στην Ευρώπη και αυτοί παράγουν το 25% των παγκόσμιων εσόδων της Facebook. Το μερίδιο της Google στην αγορά αναζήτησης είναι πάνω από 90% στα περισσότερα κράτη-μέλη της ΕΕ, το οποίο υπερβαίνει το μερίδιο αγοράς της στις Ηνωμένες Πολιτείες από 67% έως 75%. Η εγκατάλειψη της αγοράς της ΕΕ δεν είναι ούτε κατ’ ελάχιστον εμπορικά βιώσιμη επιλογή γι' αυτούς. Αυτές οι ψηφιακές εταιρείες θα πιεστούν σκληρά για να παρακάμψουν τον GDPR, επειδή ο κανονισμός προστατεύει τα ευρωπαϊκά δεδομένα ανεξάρτητα από το πού επεξεργάζονται αυτά τα data.

Οι εταιρείες ενδέχεται να επιθυμούν να χωρίσουν προϊόντα και υπηρεσίες μεταξύ των αγορών σε μια προσπάθεια να παρακάμψουν την επίδραση των Βρυξελλών. Αντί να ακολουθούν ένα ομοιόμορφο πρότυπο στην παγκόσμια συμπεριφορά τους, οι εταιρείες θα μπορούσαν να προσαρμόσουν τις πρακτικές τους ώστε να ταιριάζουν στις διαφορετικές ρυθμιστικές αγορές. Αλλά τούτο θα ήταν δύσκολο και δαπανηρό, γεγονός που καθιστά αυτή την τακτική άκρως απίθανη. Πολλές ψηφιακές εταιρείες αποθηκεύουν τα δεδομένα τους σε διακομιστές (servers) στο εξωτερικό και πρέπει να τα μετακινούν πέρα από τα σύνορα. Δεδομένου ότι οι κανονισμοί περί προστασίας της ιδιωτικότητας μπορούν να διαφέρουν μεταξύ των διαφόρων δικαιοδοσιών, και επειδή η σχεδίαση πολλαπλών καθεστώτων συμμόρφωσης είναι δαπανηρή, η επιχειρησιακή λογική υποχρεώνει αυτές τις ψηφιακές εταιρείες να εξορθολογίσουν: Εφαρμόζουν τα πιο αυστηρά πρότυπα σε όλους τους τομείς, ώστε να διατηρούν την ικανότητα να διεξάγουν τις δραστηριότητές τους παντού.

Αντί να διχάσουν τις υπηρεσίες τους ή να αποποιηθούν πλήρως την αγορά της ΕΕ, πολλές εταιρείες των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των Google, Facebook, Microsoft, Netflix, Uber και Airbnb, έχουν τροποποιήσει [13] τις παγκόσμιες πρακτικές τους περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων, ώστε να ανταποκρίνονται στα πρότυπα της ΕΕ. Και καθώς οι εταιρείες έχουν υποκύψει στην Επίδραση των Βρυξελλών, οι κυβερνήσεις έχουν ακολουθήσει το παράδειγμά τους. Μέχρι σήμερα, σχεδόν 120 χώρες έχουν θεσπίσει νόμους περί ιδιωτικότητας, οι περισσότεροι από τους οποίους μοιάζουν με το καθεστώς προστασίας δεδομένων της ΕΕ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να μην είναι σε θέση να αντισταθούν για πάντα. Εάν η Ουάσινγκτον παραδεχτεί ότι έχει έρθει η ώρα για έναν ισχυρό ομοσπονδιακό νόμο για την προστασία των δεδομένων, η Επίδραση των Βρυξελλών θα έχει φτάσει στα τελευταία σύνορά της.

ΜΗ ΦΟΒΑΣΤΕ ΜΙΑ ΠΑΡΑΠΑΙΟΥΣΑ ΕΥΡΩΠΗ

Σε έναν κόσμο αυξανόμενης απογοήτευσης σχετικά με την διεθνή συνεργασία, η Επίδραση των Βρυξελλών (Brussels Effect) έχει παραγάγει εντυπωσιακή συμμόρφωση, αν όχι συναίνεση, σε κρίσιμα διασυνοριακά ζητήματα, όπως το ιδιωτικό απόρρητο δεδομένων. Αλλά οι αντίθετοι άνεμοι είναι ισχυροί. Η άνοδος της Κίνας, η αντίδραση στην παγκοσμιοποίηση και η μείωση της διεθνούς συνεργασίας είναι μερικές μόνο από τις δυνάμεις που αντισταθμίζουν την θέση ρυθμιστικών προτύπων από την Ευρώπη.

Παρ' όλα αυτά, υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι η Επίδραση των Βρυξελλών θα επικρατήσει. Αν και η Κίνα ενδέχεται σύντομα να διαθέτει τη μεγαλύτερη καταναλωτική αγορά, η προβολή για το κατά κεφαλήν εισόδημά της το 2050 είναι στα 17.372 δολάρια [14], δηλαδή πολύ χαμηλότερο από εκείνο των κρατών-μελών της ΕΕ. Οι λιγότερο πλούσιοι καταναλωτές έχουν λιγότερη όρεξη για ρυθμίσεις που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την ανάπτυξη και την οικονομική εξέλιξη. Και δεδομένου ότι οι εισαγωγείς καθορίζουν πρότυπα με το να ρυθμίζουν την πρόσβαση στην αγορά τους και η οικονομία της Κίνας στηρίζεται κατά κύριο λόγο στις εξαγωγές [15], μια «Επίδραση του Πεκίνου» είναι απίθανο να αντικαταστήσει την Επίδραση των Βρυξελλών σύντομα.