Το κινεζικό χρέος θα μπορούσε να προκαλέσει κατάρρευση στις αναδυόμενες αγορές | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το κινεζικό χρέος θα μπορούσε να προκαλέσει κατάρρευση στις αναδυόμενες αγορές

Το Πεκίνο πρέπει να βοηθήσει τους φτωχούς οφειλέτες του μέσω της πανδημίας
Περίληψη: 

Όλα τα μέλη του G-20συμφώνησαν να αναστείλουν αυτές τις υποχρεώσεις αποπληρωμής έως το τέλος του έτους˙ όλα τα μέλη εκτός από ένα. Η Κίνα υπέγραψε την δέσμευση του G-20, αλλά πρόσθεσε επιφυλάξεις που την μετέτρεψαν σε αστειότητα.

Ο BENN STEIL είναι διευθυντής για τα Διεθνή Οικονομικά στο Council on Foreign Relations και συντάκτης, πιο πρόσφατα, του βιβλίου με τίτλο The Marshall Plan: Dawn of the Cold War.
Ο BENJAMIN DELLA ROCCA είναι αναλυτής στο Council on Foreign Relations.
Μαζί, οι συγγραφείς δημιούργησαν το CFR Belt and Road Tracker.

Ο καινοφανής κορωνοϊός έχει σταματήσει την παγκόσμια οικονομία. Η παγκόσμια ανάπτυξη αναμένεται να μειωθεί από 2,9% πέρυσι σε βαθιά αρνητικό έδαφος το 2020 -τη μόνη χρονιά εκτός από το 2009 που συνέβη κάτι τέτοιο μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ανάρρωση πιθανότατα θα είναι αργή και επώδυνη. Οι κυβερνητικοί περιορισμοί για την αποτροπή της επανεμφάνισης του ιού θα εμποδίσουν την παραγωγή και την κατανάλωση, όπως θα κάνουν και οι αθετήσεις υποχρεώσεων, οι χρεοκοπίες, και οι περικοπές προσωπικού που έχουν ήδη προκαλέσει ρεκόρ ανεργίας στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όμως, όλες οι χώρες δεν θα υποφέρουν εξίσου τον πόνο της παγκόσμιας ύφεσης. Οι χώρες χαμηλού εισοδήματος υποφέρουν από κακές υγειονομικές υποδομές, κάτι που αναστέλλει την ικανότητά τους να καταπολεμούν τον κορωνοϊό, και πολλές από αυτές είχαν επικίνδυνα υψηλά επίπεδα χρέους ακόμη και πριν η πανδημία απαιτήσει μαζικές δαπάνες έκτακτης ανάγκης. Οι ξένοι επενδυτές αποσύρουν τώρα κεφάλαια από τις αναδυόμενες αγορές και τα ξαναγυρνούν στον πλούσιο κόσμο αναζητώντας ένα ασφαλές καταφύγιο. Ως αποτέλεσμα, χώρες όπως η Νότια Αφρική, η Κένυα και η Νιγηρία βλέπουν τα νομίσματά τους να χάνουν αξία -καθιστώντας δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να εξυπηρετήσουν δάνεια από το εξωτερικό.

29042020-1.jpg

Ένας φρουρός ασφαλείας στο κτήριο του Χρηματιστηρίου της Σαγκάης, στην Κίνα, τον Φεβρουάριο του 2020. Aly Song / Reuters
---------------------------------------------------------------------

Αντιμέτωπες με την απειλή οικονομικής καταστροφής, οι φτωχές χώρες έχουν στραφεί σε πολυμερή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα. Το ΔΝΤ έχει ήδη αποδεσμεύσει κεφάλαια έκτακτης ανάγκης σε τουλάχιστον 39 χώρες και μέχρι τα τέλη Μαρτίου περισσότερες από 40 επιπλέον χώρες είχαν κάνει προσέγγιση [1] για βοήθεια. Η Παγκόσμια Τράπεζα έχει βάλει σε ταχεία επεξεργασία 14 δισεκατομμύρια δολάρια για προσπάθειες ανακούφισης από κρίσεις. Ωστόσο, ακόμη και καθώς προσφέρουν εξαιρετικά [2] ποσά για βοήθεια, το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα γνωρίζουν ότι αυτά τα ποσά δεν θα είναι αρκετά. Για τον λόγο αυτό, κάλεσαν [3] στην Ομάδα των 20 πιστωτικών χωρών να αναστείλουν την συλλογή πληρωμών τόκων από δάνεια που έχουν πραγματοποιήσει σε χώρες χαμηλού εισοδήματος. Στις 15 Απριλίου, το G-20 δεσμεύθηκε: Όλα τα μέλη του συμφώνησαν να αναστείλουν αυτές τις υποχρεώσεις αποπληρωμής έως το τέλος του έτους -όλα τα μέλη εκτός από ένα, δηλαδή.

Η Κίνα υπέγραψε την δέσμευση του G-20, αλλά πρόσθεσε επιφυλάξεις που την μετέτρεψαν σε αστειότητα. Η Κίνα αποκλείει ουσιαστικά εκατοντάδες μεγάλα δάνεια που εκτείνονται σε όλη την Πρωτοβουλία Belt and Road (BRI) για την ανάπτυξη υποδομών. «Τα προτιμησιακά δάνεια» (“Preferential loans”), όπως αυτά που πραγματοποίησε η Export-Import Bank of China (EximBank), «δεν εμπίπτουν στην ελάφρυνση του χρέους», δήλωσε το όργανο του Πεκίνου, [η εφημερίδα] Global Times, την επόμενη ημέρα μετά την ανακοίνωση του G-20. Η EximBank έχει χρηματοδοτήσει πάνω από 1.800 έργα της BRI [4] σε δεκάδες χώρες. Με το να συνεχίζει να απαιτεί πληρωμές τόκων από τα δάνεια, η Κίνα θα αναγκάσει τα φτωχά έθνη να επιλέξουν μεταξύ της εξυπηρέτησης χρεών και της εισαγωγής βασικών αγαθών όπως τρόφιμα και ιατρικές προμήθειες.

ΠΡΟΤΙΜΗΣΙΑΚΑ Ή ΑΡΠΑΚΤΙΚΑ;

Με βάση τις πληροφορίες που έχουμε συγκεντρώσει από ένα ευρύ φάσμα πηγών, εκτιμούμε [5] ότι μεταξύ του 2013 και του 2017, η Κίνα δάνεισε περισσότερα από 120 δισεκατομμύρια δολάρια σε 67 κυρίως αναπτυσσόμενες χώρες μέσω της BRI. Είναι αδύνατο να βρεθούν ακριβείς αριθμοί λόγω της αδιαφάνειας [6] αυτών των δανειοδοτικών συμφωνιών. Ωστόσο, η αύξηση του δανεισμού που ανέφερε η Κίνα για το 2018 και το 2019 υποδηλώνει ότι σήμερα τα χρέη αυτών των χωρών ως προς την BRI ανέρχονται σε τουλάχιστον 135 δισεκατομμύρια δολάρια.

Αριθμοί σαν κι αυτούς τοποθετούν την Κίνα στην πρώτη βαθμίδα των διεθνών δανειστών. Από το 2017, για παράδειγμα το Πακιστάν, είχε δανειστεί τουλάχιστον 21 δισεκατομμύρια δολάρια από την Κίνα, ή το 7% του ΑΕΠ του. Η Νότια Αφρική είχε δανειστεί περίπου 14 δισεκατομμύρια δολάρια, ή 4% του ΑΕΠ της. Και οι δύο χώρες, όπως και πολλές άλλες, οφείλουν πολύ περισσότερα στην Κίνα παρά στην Παγκόσμια Τράπεζα. Άλλες χώρες οφείλουν ακόμη περισσότερα στην Κίνα ως ποσοστό του ΑΕΠ τους. Εκτιμούμε ότι μέχρι το 2017, τα χρέη του Τζιμπουτί προς την Κίνα ανήλθαν στο 80% του ΑΕΠ του˙ της Αιθιοπίας ανερχόταν σχεδόν στο 20% του ΑΕΠ της. Και η Κιργιζία, μια από τις πρώτες χώρες που έλαβε τα κεφάλαια από το ΔΝΤ για τον κορωνοϊό, χρωστάει στην Κίνα πάνω από το 40% του ΑΕΠ της. Από το 2013, η Κίνα έχει παράσχει σχεδόν το ήμισυ [7] όλων των νέων δανείων σε χώρες που θεωρούνται ότι διατρέχουν υψηλό κίνδυνο αθέτησης υποχρεώσεων.

Η Κίνα χρεώνει σημαντικό τόκο στα δάνειά της. Παρόλο που το Πεκίνο αποκαλεί τα επιτόκιά του «προτιμησιακά», ορισμένα έργα της BRI, ιδιαίτερα τα μεγάλα, έχουν επιτόκια πάνω από τρεις εκατοστιαίες μονάδες [8] πάνω από το κόστος κεφαλαίου των κινεζικών τραπεζών -ή περίπου 4% έως 6%. Τα δάνεια της Παγκόσμιας Τράπεζας σε χώρες χαμηλού εισοδήματος, αντίθετα, έχουν συνήθως επιτόκια λίγο πάνω από το 1% [9]. Και δεδομένου ότι η ίδια η Κίνα είναι ένας από τους μεγαλύτερους δανειολήπτες της Παγκόσμιας Τράπεζας, με δάνεια 16 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε εκκρεμότητα, η χώρα δανείζεται ουσιαστικά φτηνά από τον ανεπτυγμένο κόσμο και ξαναδανείζει, μέσω της BRI, με μια σημαντική αύξηση.

ΜΙΑ ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΗ