Γιατί η Κένυα εισέβαλε στη Σομαλία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Γιατί η Κένυα εισέβαλε στη Σομαλία

Η έναρξη ενός επιθετικού κεφαλαίου στην ιστορία της
Περίληψη: 

Το Ναϊρόμπι έστειλε στρατεύματα στη Σομαλία τον περασμένο μήνα, δήθεν για να ξεριζώσει ισλαμιστές μαχητές. Αλλά ο πραγματικός λόγος που η Κένυα προσέφυγε στον πόλεμο έχει να κάνει περισσότερο με τις άοκνες φιλοδοξίες του δικού της στρατού, ο οποίος είναι πρόθυμος να εγκαταλείψει την σε μεγάλο βαθμό ειρηνική ιστορία της χώρας.

Ο DANIEL BRANCH είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Αφρικανικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Warwick. Επίσης είναι ο συγγραφέας του βιβλίου: «Κένυα: ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία 1963-2011».

Όταν η Κένυα έστειλε περίπου 2.000 στρατιώτες κατά μήκος των συνόρων [1] με τη Σομαλία στις 16 Οκτωβρίου, αξιωματούχοι στο Ναϊρόμπι υποστήριξαν ότι δεν είχαν άλλη επιλογή. Μετά από μια σειρά από διασυνοριακές επιδρομές ορμώμενες από το έδαφος της Σομαλίας όπου διατηρεί βάσεις η ισλαμική μαχητική ομάδα αλ Σαμπάαμπ, ο υπουργός εσωτερικής ασφάλειας της Κένυας , George Saitoti, είπε ότι «η Κένυα ήταν και παραμένει ένα νησί ειρήνης [2] και δεν θα επιτρέψουμε σε εγκληματίες από τη Σομαλία, που αγωνίζεται πάνω από δύο δεκαετίες, να αποσταθεροποιήσουν την ειρήνη μας». Μια πρόσφατη έξαρση απαγωγών τουριστών και εργαζομένων σε υπηρεσίες βοηθειας από το εσωτερικό της Κένυας ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, όπως είπαν ο Saitoti και άλλοι. Με την κατά κύριο λόγο ειρηνική ιστορία της μετά από την ανεξαρτησία της, η Κένυα έχει καταφέρει να γίνει μια περιφερειακή οικονομική δύναμη, οπότε μια σοβαρή απειλή στην ευημερία της θα πρέπει να αντιμετωπιστεί. Κατά συνέπεια, το Ναϊρόμπι εισέβαλε στην γείτονά της προκειμένου να εξασφαλίσει τα ανατολικά σύνορα της χώρας και να δημιουργήσει μια ουδέτερη ζώνη [3] στο εσωτερικό της Σομαλίας.

Αλλά αυτή η περίπτωση πολέμου είναι ελάχιστα πειστική, δεδομένου ότι είναι δύσκολο να υποστηριχθεί ότι η απειλή από την Αλ Σαμπάαμπ είναι τώρα σημαντικά χειρότερη από ότι ήταν τα προηγούμενα χρόνια. Ο στρατός της Κένυας έχει εξοπλίσει, εκπαιδεύσει και οργανώσει ενδιάμεσες δυνάμεις [4] για την καταπολέμηση της αλ Σαμπάαμπ στα σύνορα, τουλάχιστον από το 2009, αλλά χωρίς να καταφέρει πολλά πράγματα. Για τουλάχιστον τρία χρόνια, η αλ Σαμπάαμπ απειλεί με ένοπλες επιθέσεις την Κένυα [5]. Οι διασυνοριακές επιδρομές [6] από μαχητές της αλ Σαμπάαμπ έχουν καταστεί μια πραγματικότητα της καθημερινότητας στη βορειοανατολική Κένυα για κάμποσο χρονικό διάστημα. Στην πραγματικότητα, όμως, σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, η συνολική απειλή από την Αλ Σαμπάαμπ έχει μειωθεί κατά τους τελευταίους μήνες: ο απεσταλμένος του ΟΗΕ στη Σομαλία, δήλωσε τον Αύγουστο ότι οι ειρηνευτικές δυνάμεις από την Ουγκάντα και το Μπουρούντι έχουν αποδυναμώσει [7] τους μαχητές που συνδέονται με την Αλ Κάιντα.

Η εισβολή του Ναϊρόμπι στη Σομαλία έγινε λιγότερο υπό την πίεση της απειλής της αλ Σαμπάαμπ και περισσότερο λόγω της εγχώριας στρατιωτικής και πολιτικής δυναμικής. Η Κένυα θα γιορτάσει την πεντηκοστή επέτειο από την ανεξαρτησία της το 2013 και μέχρι στιγμής η χώρα δεν έχει ποτέ πολεμήσει με άλλο κράτος. Αλλά πρόσφατα, καθώς η Ουάσιγκτον έχει διοχετεύσει κεφάλαια για να χρηματοδοτήσει αντιτρομοκρατικές δράσεις στην Ανατολική Αφρική και εξασφάλισε έναν ισχυρότερο κενυάτικο στρατό, ο στρατός της χώρας αύξησε την αυτοπεποίθησή του και τη μαχητικότητά του.

Αυτή η μετατόπιση του ανταγωνισμού υποδηλώνει ότι η Κένυα μπορεί να ανοίγει ένα νέο, πιο επιθετικό κεφάλαιο στην ιστορία της. Από την ανεξαρτησία της το 1963, οι κενυάτες στρατιώτες ήταν κατά κύριο λόγο χαρούμενοι με το να εισπράττουν τον άνετο μισθό τους ως αντάλλαγμα για τη μη συμμετοχή τους στην πολιτική ζωή. Καθ' όλη τη δεκαετία του 1980 αλλά και του 1990, η καλή ζωή στο στρατό έγινε μια πολύτιμη πηγή πατροναρίσματος [8] από υπουργούς και άλλους δημόσιους υπαλλήλους. Προσλήψεις και προαγωγές βασίστηκαν σε πολιτικές διασυνδέσεις, στην εθνικότητα και τη νομιμοφροσύνη και όχι στην αξία του καθενός. Ως αποτέλεσμα, με την εξαίρεση μιας σύντομης ανταρσίας το 1964 και ενός αποτυχημένου πραξικοπήματος το 1982, η Κένυα δεν υπέστη καμία από τις ανατροπές κυβερνήσεων και τις μιλιταριστικές εξουσίες που κατέστρεψαν αφρικανικά κράτη όπως η Ουγκάντα και η Νιγηρία.

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, οι ένοπλες δυνάμεις της Κένυας έχουν εκπαιδευτεί και εξοπλιστεί για να κάνουν πολύ περισσότερα από ό, τι να παρελαύνουν στις εθνικές γιορτές. Από την πλευρά της Ουάσιγκτον, η άνοδος του ισλαμισμού στο Κέρας της Αφρικής θέτει την Κένυα στην πρώτη γραμμή του παγκόσμιου αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ αύξησε την αντιτρομοκρατική [9] χρηματοδότηση προς το Ναϊρόμπι, από 4,5 εκατομμύρια δολάρια το 2006 σε περίπου 8 εκατομμύρια δολάρια το 2011. Ανώτεροι αξιωματικοί ταξιδεύουν τακτικά στις ΗΠΑ για αντιτρομοκρατική εκπαίδευση αλλά και για την καταπολέμηση εξεγέρσεων. Αυτά τα μαθήματα έχουν γίνει βασικό μέρος του προγράμματος σπουδών στην Στρατιωτική Ακαδημία της Κένυας.

Πέραν των στρατιωτικών κύκλων, η εισβολή έχει κατέληξε επίσης να είναι αρκετά δημοφιλής στην κοινή γνώμη της Κένυας. «Δεν μπορώ να θυμηθώ καμία ενέργεια αυτής της κυβέρνησης που να έχει απολαύσει τέτοια δημόσια στήριξη», έγραψε πρόσφατα ο βετεράνος δημοσιογράφος Gitau Warigi [10] που έχει τη βάση του στο Ναϊρόμπι. Η δημόσια κριτική έχει σχεδόν ανύπαρκτη. Αντίθετα, οι πολιτικοί επαίρονται. «Αυτό είναι ένας πόλεμος», δήλωσε ο κενυάτης πρωθυπουργός Raila Odinga στα τέλη του περασμένου μήνα. «Θα αγωνιστούμε μέχρι ο εχθρός να ηττηθεί». Η έπαρση έρχεται σε έντονη αντίθεση με την παλιότερη κριτική του Οντίνγκα για την επιθετική αντιτρομοκρατική προσέγγιση της προηγούμενης κυβέρνησης.

Αλλά ο πόλεμος στη Σομαλία, και η υποστήριξη των πολιτών σε αυτόν, έρχεται σε μια ιδιαίτερα ευάλωτη πολιτική στιγμή στην Κένυα. Οι εκλογές είναι προγραμματισμένες για το επόμενο έτος και κάποιοι οπορτουνιστές προσπαθούν να επωφεληθούν από ένα πολιτικό κενό. Ο πρόεδρος Mwai Kibaki αποσύρεται. Δύο από τους ανθρώπους που κάποτε συγκαταλέγονταν μεταξύ των πιο πιθανών διαδόχων του, ο Uhuru Kenyatta και ο William Ruto, αναμένουν μια ανακοίνωση από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Τον Ιανουάριο θα μάθουν εάν οι κατηγορίες εναντίον τους για εγκλήματα πολέμου, κατηγορίες που σχετίζονται με τη βία μετά τις εκλογές στις αρχές του 2008, θα παραπεμφθούν τελικά σε κανονική δίκη.