Πώς και γιατί η Κύπρος βυθίστηκε στην κρίση | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς και γιατί η Κύπρος βυθίστηκε στην κρίση

Τα πραγματικά αίτια και οι ευθύνες

Η κυβερνητική πολιτική στηρίχθηκε κατά την κρίσιμη περίοδο 2008-2010 αποκλειστικά στην συνεχή αύξηση των εσόδων και όχι στην μείωση ή συγκράτηση των δημοσίων δαπανών. Η δυνατότητα αύξησης των εσόδων, όμως, είχε υποχρεωτικά όρια, ενόψει και της μείωσης των εσόδων από τις αγοραπωλησίες στον τομέα των ακινήτων. Η αύξηση των δημοσίων εσόδων μέσα από την φορολόγηση των αυξημένων καταναλωτικών δαπανών είχε εξάλλου ως πηγή την υπέρμετρη έκθεση των πολιτών σε τραπεζικό δανεισμό και συνέτεινε στην επιδείνωση των τραπεζικών προβλημάτων. Δεν έγινε η επεξεργασία ενός νέου αναπτυξιακού σχεδίου που θα μπορούσε να αντικαταστήσει τομείς της οικονομίας που διέρχονταν κάμψη, όπως των ακινήτων και του τουρισμού, ούτε και στηρίχθηκε όσο θα έπρεπε ο ζωτικός για την Κύπρο τομέας της επένδυσης ξένων κεφαλαίων μέσω κυπριακών εταιρειών που να έχουν αλλοδαπούς ως μετόχους. Η δυστοκία στην επίλυση χρόνιων προβλημάτων του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και η ιδεολογικής φύσης αντίθεση της κυβέρνησης στην προώθηση και φορολόγηση νέων μορφών υπηρεσιών, όπως του ηλεκτρονικού τζόγου, είχε ως συνέπεια την σταδιακή υπαναχώρηση της κυπριακής ανταγωνιστικότητας στον τομέα των εταιρειών έναντι άλλων κρατών της ΕΕ, όπως η Μάλτα. Ούτε και υπήρξε προσπάθεια αντιμετώπισης των διαρθρωτικών προβλημάτων της κυπριακής οικονομίας, μέσω αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία, της στοχευμένης εισαγωγής κινήτρων, της ανανέωσης των μεθόδων παραγωγής, της επαναξιολόγησης της πολιτικής ως προς τους μισθούς και την Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή. Η οικονομική προσέγγιση υπήρξε επομένως βραχύπνοη και επιφανειακή χωρίς όραμα και τόλμη για αντιμετώπιση της επερχόμενης κρίσης.

Με την έναρξη του 2009 κατέστη εμφανές ότι η μείωση των καταθέσεων εξαιτίας της οικονομικής ύφεσης οδήγησε σε προβλήματα ρευστότητας των τραπεζών που επέφεραν μείωση των δανείων και αύξηση των παραχωρούμενων εξασφαλίσεων. Ο περιορισμός στην προσφορά δανείων οδήγησε εκ των πραγμάτων σε περιορισμό των δαπανών στην πραγματική οικονομία, μέσα από την μείωση του κύκλου εργασιών των κυπριακών εταιρειών και του περιορισμού των δαπανών. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προέβη στην ανακοίνωση μιας ένεσης ρευστότητας ύψους 1.4 δισεκατομμυρίων ευρώ μέσω κρατικών χρεογράφων προς τις εμπορικές τράπεζες και τα συνεργατικά ιδρύματα, με στόχο την τόνωση του τραπεζικού συστήματος και την μείωση των δανειστικών επιτοκίων. Ορθά, όμως, υποδείχθηκε πως το σχέδιο θα προσέφερε βραχυπρόθεσμη και μόνο ρευστότητα στις τράπεζες χωρίς να διασφαλίζει οποιαδήποτε μακροπρόθεσμη προοπτική. Στην πράξη, εξάλλου, τα δανειστικά επιτόκια παρέμειναν εξαιρετικά υψηλά με δυσμενείς επιπτώσεις στο κόστος παραγωγής των προϊόντων και στην ανταγωνιστικότητα των υπηρεσιών και της οικονομίας. Είναι σαφές πως το τραπεζικό σύστημα αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις ανάγκες δανειοδότησης των κυπριακών επιχειρήσεων, γεγονός που οδήγησε σε έντονες προειδοποιήσεις των επιχειρηματικών φορέων ήδη από τις αρχές του 2009 για δραματικές επιπτώσεις, όπως την αναστολή ή τον περιορισμό των εργασιών των επιχειρήσεων, ως και τις μαζικές απολύσεις εργαζομένων. Οι προειδοποιήσεις απορρίφθηκαν από την κυβέρνηση ως αβάσιμες, παρά το γεγονός ότι σύντομα έγιναν πραγματικότητα.

Κατά την ανακοίνωση του πακέτου στήριξης της κυπριακής οικονομίας ύψους 300 εκατομμυρίων ευρώ προς τον τομέα των κατασκευών και του τουρισμού τον Φεβρουάριο του 2009, ο πρόεδρος Χριστόφιας υπογράμμισε πως η κυπριακή οικονομία θα επηρεαζόταν σε μικρότερο βαθμό συγκρινόμενη με τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης από την διεθνή οικονομική κρίση και ότι η κυβέρνηση είχε σχέδιο αποτελεσματικής αντιμετώπισης της κρίσης. Αντίθετα, στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επί των οικονομικών προβλέψεων για την ευρωζώνη για το 2009-2010 επισημαίνονταν οι κίνδυνοι για τα κυπριακά δημόσια οικονομικά. Οι αποκλίσεις από τον κυβερνητικό προϋπολογισμό του 2009 σε σύγκριση προς την πραγματική οικονομία υπήρξαν δραματικές, με το δημοσιονομικό έλλειμμα να ανέρχεται στο 6.1% αντί του προϋπολογισθέντος πλεονάσματος 0.7%, την ανεργία να ανέρχεται στο 6.9% έναντι 4.5%, τα προϋπολογισθέντα έσοδα να μειώνονται κατά 600 εκατομμύρια ευρώ και τις δαπάνες να αυξάνονται κατά 400 εκατομμύρια ευρώ. Κατά το 2009 αυξήθηκαν οι μόνιμες θέσεις κατά 1060, παρά την ύπαρξη πλεονασμού στη δημόσια υπηρεσία, ενέργεια που αύξησε τις ετήσιες δημόσιες δαπάνες κατά 50 εκατομμύρια ευρώ. Το πασχαλινό επίδομα χωρίς εισοδηματικά κριτήρια παραχωρήθηκε εκ νέου το 2009, δηλαδή άλλα 35 εκατομμύρια ευρώ.

Παρά τα ανωτέρω, ο τότε υπουργός Οικονομικών Χαρίλαος Σταυράκης προέβη σε επίσημη δήλωση σύμφωνα με την οποία ο ρόλος του Υπουργείου Οικονομικών είναι να δημιουργεί αισιοδοξία ανάμεσα στις επιχειρήσεις και τον καταναλωτή, «χωρίς να έχει σημασία κατά πόσο οι προβλέψεις επαληθεύονται». Η προσέγγιση αυτή, αποτύπωση της γενικότερης κυβερνητικής πολιτικής υπήρξε καταφανώς οικονομικά αντιεπιστημονική, εφόσον ο κρατικός προϋπολογισμός καθορίζεται στη βάση οικονομικών προβλέψεων και στη βάση αυτών καθορίζεται η συμπεριφορά του επενδυτικού κοινού, τα έσοδα και οι δαπάνες, αλλά και η αξιοπιστία μιας οικονομίας. Παρομοίως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δήλωσε επισήμως πως δεν θα ήταν σημαντική εξέλιξη αν η ΕΕ έθετε την Κυπριακή Δημοκρατία υπό δημοσιονομική επιτήρηση σε περίπτωση μη επίτευξης του στόχου για περιορισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος κάτω του 3% μέχρι το τέλος του 2009. Τελικά, η Κυπριακή Δημοκρατία δεν πέτυχε τον στόχο και τέθηκε υπό δημοσιονομική επιτήρηση. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κατηγόρησε τους διεθνείς οίκους για σκοπιμότητες στην αξιολόγηση της κυπριακής οικονομίας και τόνισε πως κανένας δεν λαμβάνει υπόψη τους διεθνείς οίκους. Δηλώσεις που παραγνώριζαν το αυτονόητο γεγονός πως οι αξιολογήσεις των διεθνών οίκων καθορίζουν την πιστοληπτική ικανότητα ενός κράτους και το ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών.