Η βρετανική αριστερά στρέφεται προς τα δεξιά | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η βρετανική αριστερά στρέφεται προς τα δεξιά

Πώς οι Εργατικοί έμαθαν να μην ανησυχούν και να αγαπούν τον εθνικισμό
Περίληψη: 

Από τότε που έχασε την εξουσία, το Εργατικό Κόμμα της Βρετανίας έχει καταφέρει μια εντυπωσιακή ιδεολογική μεταμόρφωση. Αλλά αυτό έγινε σε βάρος πολλών παραδοσιακών ιδεών τού κόμματος για τη μετανάστευση, την Ευρώπη και την πολυπολιτισμικότητα.

Ο DAVID RUNCIMAN είναι καθηγητής Πολιτικής στο Trinity Hall στο Cambridge. Το βιβλίο του με τίτλο The Confidence Trap θα εκδοθεί τον Οκτώβριο.

Στο μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1990, η θρυλική ειδική σχέση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ηνωμένου Βασιλείου εξελισσόταν παράλληλα με μια εξίσου ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των κομμάτων της κεντροαριστεράς των δύο χωρών. Το Δημοκρατικό Κόμμα του Μπιλ Κλίντον και το Νέο Εργατικό Κόμμα του Τόνι Μπλερ μοιράζονταν την αίσθηση ότι η εκλογική επιτυχία εξαρτάται από την ικανότητά τους να καταλαμβάνουν τον μεσαίο χώρο τής πολιτικής, και, εάν είναι απαραίτητο, να κλέψουν μερικά από τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς, ιδιαίτερα στο θέμα της μεταρρύθμισης της κοινωνικής πρόνοιας. Αλλά, η ιδεολογική επικάλυψη μεταξύ των δύο κομμάτων έχει αρχίσει πρόσφατα να συρρικνώνεται - και πουθενά περισσότερο από όσο στο θέμα της μετανάστευσης. Για αμφότερους, η μεταρρύθμιση για την μετανάστευση έχει γίνει υψίστης σημασίας θέμα. Αλλά την προσεγγίζουν με πολύ διαφορετικούς τρόπους.

Στην εποχή τού Ομπάμα, οι Δημοκρατικοί έχουν γίνει ενθουσιώδεις υποστηρικτές των ανοικτών συνόρων και της εθνοτικής πολυμορφίας, όπως αποδεικνύεται από την πρόσφατη νομοθεσία που ψηφίστηκε από τη Γερουσία με την υποστήριξη του προέδρου. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ωστόσο, πολιτικοί από όλες τις πλευρές, συμπεριλαμβανομένων των Εργατικών, ανταγωνίζονται για να ακούγονται όσο το δυνατόν πιο σκληροί υπέρ των συνοριακών ελέγχων, για τον τουρισμό της υγείας (επισκέπτες στη Βρετανία εκμεταλλεύονται την δωρεάν ιατρική περίθαλψη), καθώς και για τα όρια στο θέμα της βίζας των φοιτητών. Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι οι φιλελεύθεροι κεντροαριστεροί, και όχι οι κεντροδεξιοί συντηρητικοί, οι οποίοι αντιμετωπίζουν υπαρξιακές επιλογές πάνω στη μετανάστευση. Το θέμα χρησιμοποιήθηκε ακόμα και ως εφαλτήριο για ένα νέο πολιτικό κίνημα στο εσωτερικό του Εργατικού Κόμματος – τους Μπλε Εργατικούς - στόχος του οποίου δεν ήταν τίποτα λιγότερο από μια συνολική επανεξέταση της βάσης τής πολιτικής φιλοσοφίας του κόμματος. Και η μοίρα αυτού του κινήματος, λέει πολλά για το μέλλον της ευρωπαϊκής Αριστεράς, καθώς επιχειρεί να εξισορροπήσει πολιτικές αρχές έναντι εκλογικών ζητημάτων.

Η κινητήρια δύναμη πίσω από τους Μπλε Εργατικούς προήλθε από μια και μόνη επαφή στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2010. Ο πρωθυπουργός Γκόρντον Μπράουν, περπατώντας μέσα από το Ρόσνταιηλ στην κυριαρχούμενη από Εργατικούς βόρεια ενδοχώρα, συνάντησε μια 65χρονη γυναίκα με το όνομα Γκίλιαν Ντάφι, η οποία του παραπονέθηκε για «αυτούς της Ανατολικής Ευρώπης που έρχονται μέσα. Δεν μπορείτε να μην πείτε τίποτα». Ο Μπράουν την απόδιωξε. Στη συνέχεια, αγνοώντας ότι ήταν ακόμα σε ζωντανή τηλεοπτική σύνδεση, γκρίνιαξε σε έναν βοηθό του με τον οποίο ταξίδευαν με το πρωθυπουργικό αυτοκίνητό για «αυτή την φανατική γυναίκα. Είπε ότι συνήθως ψήφιζε Εργατικούς. Είναι απλά γελοίο». Η διαρροή του περιστατικού αποτέλεσε εμβληματική στιγμή στην προεκλογική εκστρατεία και στην σύντομη πρωθυπουργία του Μπράουν. Αναγκάστηκε να επιστρέψει στο Ρόσνταιηλ και να προσφέρει στην Ντάφι μια κατ’ ιδίαν συνάντηση και μια δουλοπρεπή συγγνώμη, την οποία εκείνη αποδέχθηκε.

Η άμεση εκλογική ζημιά ήταν ελάχιστη: οι Εργατικοί εξακολούθησαν να υπερισχύουν στο Ρόσνταιηλ άνετα, αν και το κόμμα υπέστη σοβαρές ζημίες στα νότια της Αγγλίας. Αλλά πολλοί εντός του Εργατικού Κόμματος θεωρούν ότι συντάσσεται με την πλευρά της Ντάφι. Γιατί δεν θα μπορούσαν να πουν τίποτα; Η γυναίκα αυτή εκπροσώπησε το είδος των ψηφοφόρων που φοβούνται ότι έχαναν: λευκούς, της εργατικής τάξης, αναθρεμμένους με το κράτος πρόνοιας και οι οποίοι τώρα αισθάνονται ότι οι πολιτικοί επέτρεψαν στους μετανάστες να κάνουν κατάχρηση του συστήματος ενώ απέτυχαν να προστατέψουν τα συμφέροντα των κατοίκων της περιοχής που χρειάζονται βοήθεια.

Αφότου οι Εργατικοί έχασαν τις εκλογές, ένας τοπικός οργανωτής και πολιτικός θεωρητικός ονόματι Μωρίς Γκλάσμαν συγκάλεσε μια σειρά συναντήσεων υψηλού επιπέδου για να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες τής Ντάφι. Η ατζέντα δεν ήταν με προφανή τρόπο αντίθετη στην μετανάστευση. Ήταν να για να αντιμετωπιστεί η αδυναμία του Μπράουν να πει οτιδήποτε. Ο Γκλάσμαν έριξε το φταίξιμο στο Νέο Εργατικό Κόμμα, το οποίο είχε υιοθετήσει μια άποψη για την πολιτική προσανατολισμένη προς την αγορά, και η οποία έτεινε να αγνοεί την σημασία της κοινότητας. Αυτό έκανε το σχέδιο του Γκλάσμαν τόσο αντι-Μπλερ όσο και αντι-Μπράουν, ξεπερνώντας τη βεντέτα που είχε ταλαιπωρήσει το Εργατικό Κόμμα καθ’ όλο το χρόνο του στην κυβέρνηση. Η μαζική μετανάστευση από την Ανατολική Ευρώπη θεωρήθηκε ως ένα σύμπτωμα, όχι η αιτία, της αποτυχίας των Νέων Εργατικών. Εξέθεσε μια πολιτική τάξη που έθετε ως προτεραιότητα το φθηνό εργατικό δυναμικό αντί της κοινωνικής συνοχής: πολιτικοί που γνώριζαν την τιμή των πάντων και την αξία από τίποτα. Ο Γκλάσμαν ήθελε οι Εργατικοί να ξαναγυρίσουν στις χριστιανικές σοσιαλιστικές ρίζες τους και να επανασυνδεθούν με την τοπική ζωή: την εκκλησία, την συνεργασία, την παμπ, την πολιτική συνάντηση. Ακουγόταν νοσταλγικό, αλλά προοριζόταν να είναι προοδευτικό. Η ιδέα ήταν να σταματήσουν να αντιμετωπίζουν τους ψηφοφόρους ως καταναλωτές και να αρχίσουν να τους εκλαμβάνουν ως πολίτες.