Η αυταπάτη τής λιτότητας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η αυταπάτη τής λιτότητας

Γιατί μια κακή ιδέα επικράτησε στην Δύση

Η λιτότητα είναι μια δελεαστική ιδέα, λόγω της απλότητας του κεντρικού της αξιώματος - ότι το χρέος δεν μπορεί να θεραπευθεί με περισσότερο χρέος. Αυτό είναι αλήθεια σε κάποια έκταση, αλλά αυτή η έκταση δεν πάει και πολύ μακριά. Τρεις λιγότερο προφανείς παράγοντες υπονομεύουν το απλό επιχείρημα ότι οι χώρες που είναι στο κόκκινο πρέπει να σταματήσουν να δαπανούν. Ο πρώτος παράγοντας είναι εκείνος της κατανομής, δεδομένου ότι τις επιπτώσεις της λιτότητας τις αισθάνονται με διαφορετικό τρόπο τα διαφορετικά επίπεδα της κοινωνίας. Όσοι είναι στο χαμηλό μέρος της κατανομής του εισοδήματος χάνουν αναλογικά περισσότερα από όσα εκείνοι που βρίσκονται στην κορυφή, επειδή βασίζονται πολύ περισσότερο στις δημόσιες υπηρεσίες και έχουν λίγο πλούτο με τον οποίο μπορούν να αμβλύνουν τα χτυπήματα. Οι 400 πλουσιότεροι Αμερικανοί κατέχουν περισσότερα περιουσιακά στοιχεία από όσα οι φτωχότεροι 150 εκατομμύρια Αμερικανοί. Το κατώτερο 15%, περίπου 46 εκατομμύρια άνθρωποι, ζουν σε νοικοκυριά που κερδίζουν λιγότερο από 22.050 δολάρια κατ’ έτος. Το να προσπαθεί κανείς να κάνει το κάτω άκρο της κατανομής του εισοδήματος να πληρώσει το τίμημα της λιτότητας μέσω των περικοπών στις δημόσιες δαπάνες είναι και βάναυσο και μαθηματικά δύσκολο. Εκείνοι που μπορούν να πληρώσουν δεν πρόκειται να το κάνουν, ενώ όσοι δεν μπορούν να πληρώσουν καλούνται να το πράξουν.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι της σύνθεσης: δεν μπορεί ο καθένας να χαράξει τον δρόμο του προς την ανάπτυξη την ίδια στιγμή. Για να το θέσουμε αυτό σε ευρωπαϊκό πλαίσιο, αν και είναι λογικό για κάθε κράτος να μειώσει το χρέος του, αν όλα τα κράτη της νομισματικής ένωσης, τα οποία είναι σημαντικοί εμπορικοί εταίροι ο ένας για τον άλλο, περικόψουν τις δαπάνες τους ταυτόχρονα, το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι μια συστολή της περιφερειακής οικονομίας στο σύνολό της. Οι υποστηρικτές της λιτότητας είναι τυφλοί σε αυτόν τον κίνδυνο, επειδή εκλαμβάνουν τη σχέση μεταξύ της αποταμίευσης και των δαπανών ανάποδα. Νομίζουν ότι η δημόσια λιτότητα θα προωθήσει τελικά τις ιδιωτικές δαπάνες. Αλλά, κάποιος πρέπει να ξοδέψει ώστε κάποιος άλλος να εξοικονομήσει, αλλιώς ο αποταμιευτής δεν θα έχει κανένα εισόδημα για να αποταμιεύσει. Ομοίως, για να επωφεληθεί μια χώρα από τη μείωση των εγχώριων μισθών της, με αποτέλεσμα να γίνει πιο ανταγωνιστική από πλευράς κόστους, πρέπει να υπάρχει μια άλλη χώρα πρόθυμη να δαπανήσει τα χρήματά της σε όσα παράγει η πρώτη χώρα. Εάν όλα τα κράτη προσπαθούν να μειώσουν ή να εξοικονομήσουν ταυτόχρονα, όπως συμβαίνει στην ευρωζώνη σήμερα, τότε δεν απομένει κανείς να κάνει τις απαραίτητες δαπάνες για να καθοδηγήσει την ανάπτυξη.

Ο τρίτος παράγοντας είναι της λογικής: η αντίληψη ότι η περικοπή των κρατικών δαπανών ενισχύει την εμπιστοσύνη των επενδυτών δεν ευσταθεί. Όπως ο οικονομολόγος Paul Krugman και άλλοι έχουν υποστηρίξει, ο ισχυρισμός αυτός προϋποθέτει ότι οι καταναλωτές προβλέπουν και ενσωματώνουν όλες τις αλλαγές της κυβερνητικής πολιτικής στους λογαριασμούς του προϋπολογισμού στην διάρκεια του βίου τους. Όταν η κυβέρνηση σηματοδοτεί ότι σχεδιάζει να μειώσει τις δαπάνες της δραματικά, συνεχίζει το επιχείρημα αυτό, οι καταναλωτές συνειδητοποιούν ότι οι μελλοντικές φορολογικές επιβαρύνσεις τους θα μειωθούν. Αυτό τους οδηγεί στο να ξοδεύουν περισσότερο σήμερα από όσο θα έκαναν χωρίς τις περικοπές, με αποτέλεσμα τον τερματισμό της ύφεσης, παρά την κατάρρευση της οικονομίας γύρω τους. Η υπόθεση ότι η συμπεριφορά αυτή όντως θα εφαρμοστεί από οικονομικά αναλφάβητους, πραγματικούς καταναλωτές οι οποίοι είναι τρομοκρατημένοι ότι θα χάσουν τη δουλειά τους στη μέση μιας ύφεσης που προκαλείται από τέτοιες πολιτικές είναι, στην καλύτερη περίπτωση, ηρωική και στη χειρότερη περίπτωση ανόητη.

Η λιτότητα, λοιπόν, είναι μια επικίνδυνη ιδέα, διότι αγνοεί τις προεκτάσεις που δημιουργεί, τον αντίκτυπο των επιλογών ενός ατόμου σε ένα άλλο, και την μικρή πιθανότητα ότι οι άνθρωποι όντως θα συμπεριφέρονται με τον τρόπο που απαιτεί η θεωρία. Για να καταλάβουμε γιατί μια τέτοια ξεφτισμένη δέσμη ιδεών έγινε η προεπιλεγμένη στάση του δυτικού κόσμου για το πώς να βγούμε από την ύφεση, θα πρέπει να συμβουλευτούμε μερικούς Άγγλους, δύο Σκωτσέζους και τρεις Αυστριακούς.

ΜΙΑ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΤΑΣΗ

Οι ρίζες της λιτότητας βρίσκονται σε μια τάση μέσα στην φιλελεύθερη οικονομική σκέψη σχετικά με το κράτος. Στο δεύτερο από τις Δύο Πραγματείες για την Κυβέρνηση (Two Treatises on Government), ο Άγγλος πολιτικός θεωρητικός του δέκατο έβδομου αιώνα Τζον Λοκ (John Locke) αποδέχθηκε το αναπόφευκτο της ανισότητας που απορρέει από την εφεύρεση του χρήματος και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Όμως, έχοντας αποδεχθεί αυτό, αναγκάστηκε επίσης να αναγνωρίσει την ανάγκη για ένα κράτος που να αστυνομεύει την ανισότητα που παράγει η αγορά. Αλλά, κάθε κράτος που θα μπορούσε να το κάνει αυτό αποτελεσματικά, θα έπρεπε επίσης να είναι αρκετά ισχυρό ώστε να απειλήσει τους κατόχους ιδιοκτησίας που έχει ως στόχο να προστατεύσει. Και, έτσι, γεννήθηκε μια τάση στην καρδιά του φιλελευθερισμού: δεν μπορείτε να ζήσετε με το κράτος, δεδομένου ότι μπορεί να σας ληστέψει, αλλά επίσης δεν μπορείτε να ζήσετε και χωρίς αυτό, δεδομένου ότι ο όχλος μπορεί να σας σκοτώσει. Αργότερα, όταν οι Σκωτσέζοι στοχαστές του δέκατου όγδοου αιώνα Ντέιβιντ Χιούμ (David Hume) και Άνταμ Σμιθ (Adam Smith) στράφηκαν προς αυτή την τάση, πήρε άλλη διάσταση: πώς να πληρώνεις για το κράτος που φοβάσαι, αλλά παρ’ όλα αυτά χρειάζεσαι. Η λύση φαίνεται να είναι το δημόσιο χρέος, αλλά ούτε στον Χιούμ ούτε στον Σμιθ άρεσε αυτή η απάντηση.