Ο πολιτικός πόλεμος στην Ε.Ε. | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο πολιτικός πόλεμος στην Ε.Ε.

Όταν τελειώσει η προεκλογική περίοδος στην Ε.Ε. θα ξεκινήσουν οι πραγματικές πολιτικές μάχες
Περίληψη: 

Σιγοβράζει μια σημαντική μάχη που θα βάλει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εναντίον τής Γερμανίδας καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ και των συνεργατών της στις εθνικές πρωτεύουσες της Ευρώπης. Ο νικητής αυτής της μάχης θα κερδίσει το δικαίωμα να διαμορφώσει το πολιτικό σύστημα της ΕΕ για τα επόμενα χρόνια.

Ο R. DANIEL KELEMEN είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Rutgers και επισκέπτης συνεργάτης στο Πρόγραμμα Νομικής και Δημοσίων Υποθέσεων στο Πανεπιστήμιο Princeton. Είναι ο συγγραφέας τού βιβλίου με τίτλο Lessons from Europe? What Americans Can Learn from European Public Policies.
Ο ANAND MENON είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Διεθνών Υποθέσεων στο Kings College στο Λονδίνο. Μπορείτε να τον ακολουθείτε στο Twitter @anandmenon1.

Είναι η χειρότερη και ταυτόχρονα η καλύτερη εποχή για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Η υποστήριξη για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι στα χαμηλότερα επίπεδα όλων των εποχών. Η οικονομική ανάκαμψη της ηπείρου είναι στην καλύτερη περίπτωση χλιαρή. Μια ολόκληρη γενιά στη Νότια Ευρώπη έχει σημαδευτεί από ποσοστά ανεργίας των νέων που κυμαίνονται από 30% έως 50%. Τα ακροδεξιά και αντι-ευρωπαϊκά κόμματα απολαμβάνουν πρωτοφανή επίπεδα στήριξης στην Γαλλία, την Ελλάδα, την Ουγγαρία, τις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο. Σε διεθνές επίπεδο, η ΕΕ έχει αποδειχθεί ανίκανη να αποτρέψει την ρωσική επιθετικότητα στην Ουκρανία. Εσωτερικά, η ΕΕ φάνηκε εξίσου ανίκανη να σταματήσει την διολίσθηση της Ουγγαρίας προς την απολυταρχία ή να μπλοκάρει τις συζητήσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο σχετικά με μια πιθανή έξοδο. Με λίγα λόγια, η ΕΕ σπάνια φαινόταν πιο αδύνατη ή λιγότερο δημοφιλής.

Ταυτόχρονα, όμως, η ΕΕ έχει καταφέρει να βρει τον δρόμο της μέσα από την κρίση τού ευρώ, την μεγαλύτερη δοκιμασία στην 60ετή ιστορία της, διατηρώντας παράλληλα το κοινό νόμισμα και σταθεροποιώντας τον χρηματοπιστωτικό τομέα τής ηπείρου. Μακράν του να διαλύσει την ΕΕ, όπως πολλοί είχαν προβλέψει, η κρίση έχει ενισχύσει την εξουσία των Βρυξελλών επί των εθνικών οικονομιών με τρόπους που θα ήταν αδιανόητοι πριν από πέντε χρόνια. Σε διεθνές επίπεδο, οι Βρυξέλλες έχουν ηγηθεί εν εξελίξει διαπραγματεύσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες για μια εξαιρετικά φιλόδοξη εμπορική συμφωνία. Και οι διαδηλωτές στην Euromaidan τού Κιέβου θύμισαν στον κόσμο την συνεχιζόμενη γοητεία τής ένταξης στην ΕΕ. Τέλος, παρά τις πρόσφατες μειώσεις τής δημόσιας υποστήριξης για την ΕΕ, η πιο πρόσφατη έρευνα του Ευρωβαρόμετρου [1] δείχνει ότι η πλειοψηφία (53%) των Ευρωπαίων πολιτών παραμένουν σίγουροι για το μέλλον της.

Οι αφηγήσεις αυτές μπορεί να φαίνονται αντιφατικές. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για τις δύο όψεις τού ίδιου νομίσματος. Το δίδαγμα σε αυτή την ιστορία των δύο διαφορετικών εικόνων τής Ευρώπης είναι ότι η μεγαλύτερη ισχύς δημιουργεί μεγαλύτερες προσδοκίες. Κατά τα τελευταία αρκετά χρόνια, τα κράτη-μέλη τής ΕΕ έχουν αναθέσει όλο και περισσότερες πολιτικές ευθύνες στην ΕΕ -από την διαχείριση των νομισμάτων τους ως την παρακολούθηση των προϋπολογισμών τους, από την διασφάλιση της σταθερότητας των γειτονιών τους ως την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των Ευρωπαίων πολιτών. Κατά συνέπεια, ο ευρωπαϊκός πληθυσμός αναμένει περισσότερα από την ΕΕ- και την θεωρεί υπεύθυνη για τα πολιτικά αποτελέσματα σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από όσο ποτέ πριν. Και, ακριβώς έτσι συμβαίνει, πολλοί Ευρωπαίοι αντιτίθενται σε κάποια πτυχή τής διαχείρισης κρίσεων από τις Βρυξέλλες: η λιτότητα είναι βαθύτατα αντιδημοφιλής μεταξύ των Νοτιοευρωπαίων, και οι διασώσεις είναι εξίσου αντιπαθείς στα βόρεια.

Οι αντικρουόμενες αφηγήσεις τής Ευρώπης θα έρθουν σε μια κορύφωση στις 25 Μαΐου, όταν οι Ευρωπαίοι θα εκλέξουν ένα νέο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η εκλογές θα καταγράψουν χαμηλή προσέλευση ψηφοφόρων και ισχυρά αποτελέσματα των εξτρεμιστικών κομμάτων που αντιτίθενται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Την ίδια στιγμή, οι πολιτικοί τής ΕΕ υπόσχονται ότι αυτές οι εκλογές θα εγκαινιάσουν μια λαμπρή νέα εποχή για την πανευρωπαϊκή πολιτική, στην οποία μια κοινοβουλευτική ψηφοφορία, αντί για μυστικές διαπραγματεύσεις, θα καθορίσει τελικά τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής - το εκτελεστικό όργανο της ΕΕ.

Δεν είναι ακόμη σαφές ποια από τις δύο «Ευρώπες» θα αναδυθεί ισχυρότερη στις 25 Μαΐου και για το ορατό μέλλον. Πολλά θα εξαρτηθούν από το κατά πόσον τα βασικά μέλη τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι σε θέση να υποτάξουν τους σκεπτικιστές των εθνικών κυβερνήσεων στις ευρύτερες φιλοδοξίες τους. Σιγοβράζει μια σημαντική μάχη που θα βάλει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εναντίον τής Γερμανίδας καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ και των συνεργατών της στις εθνικές πρωτεύουσες της Ευρώπης. Ο νικητής αυτής της μάχης θα κερδίσει το δικαίωμα να διαμορφώσει το πολιτικό σύστημα της ΕΕ για τα επόμενα χρόνια.

ΚΡΙΣΗ, ΑΝΑΚΑΜΨΗ, ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ

Η πρόσφατη οικονομική κρίση τής Ευρώπης, η χειρότερη στην ιστορία της, αποκάλυψε την ελλειμματικότητα των δομών που είχαν δημιουργηθεί για να διέπουν το κοινό νόμισμα της ηπείρου. Οι τραπεζικές και χρηματοοικονομικές ρυθμίσεις ήταν πολύ χαλαρές, η δυνατότητα διοργάνωσης διασώσεων ή δημοσιονομικών μεταβιβάσεων είχαν προληπτικά αποκλειστεί, και οι φορολογικοί έλεγχοι ήταν αναποτελεσματικοί. Εν τω μεταξύ, οι Ευρωπαίοι πολιτικοί δεν έκαναν τίποτα για να αποθαρρύνουν αυξανόμενες και αποσταθεροποιητικές διαρθρωτικές ανισορροπίες μεταξύ των κρατών. Καθώς η κρίση κορυφώθηκε, οι κυβερνήσεις τής ΕΕ αντιμετώπισαν μια επιλογή: να μειώσουν τις ζημίες τους και να χαλαρώσουν τη νομισματική ένωση ή να πιέσουν προς τα εμπρός με περαιτέρω ολοκλήρωση. Επέλεξαν το τελευταίο.

Ως αποτέλεσμα, η ΕΕ έχει επεκτείνει την εξουσία της. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει λάβει ενισχυμένες αρμοδιότητες να εποπτεύει τους εθνικούς προϋπολογισμούς, το νέο Δημοσιονομικό Σύμφωνο έχει δεσμεύσει τις εθνικές κυβερνήσεις σε δημοσιονομική πειθαρχία, και οι Βρυξέλλες βοηθούν τώρα στην επίβλεψη ενός κοινού ταμείου διάσωσης 500 δισ. ευρώ. Η ΕΕ έκανε επίσης σημαντικά βήματα προς την δημιουργία τραπεζικής ένωσης, με μια κοινή τραπεζική εποπτική Αρχή και, πιο πρόσφατα, έναν κοινό μηχανισμό για την διάλυση χρεοκοπημένων τραπεζών, και κοινούς μίνιμουμ κανόνες για την ασφάλεια των καταθέσεων. Όταν ο Μάριο Ντράγκι, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, είχε υποσχεθεί τον Ιούλιο του 2012 να κάνει «ό, τι χρειάζεται» για να σώσει το ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του να βάλει την κεντρική τράπεζα να αγοράζει τα ομόλογα των προβληματικών χωρών, ο ίδιος υπογράμμισε την δέσμευση της ΕΕ για την προστασία των κρατών-μελών από πτώχευση.