Η ιστορία του ελληνικού χρέους | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η ιστορία του ελληνικού χρέους

Κληρονομικά βάρη και νοοτροπίες
Περίληψη: 

Η ελληνική ιστορία του δημοσίου χρέους είναι ένα υπόδειγμα κακοδιαχείρισης, εξάρτησης από την ξένη βοήθεια και κοντόθωρης σύνδεσης με την εκάστοτε επείγουσα αναγκαιότητα της ιστορικής συγκυρίας.

Ο ΜΙΧΑΗΛ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ είναι καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Μπορεί το χρόνιο οικονομικό μας πρόβλημα να είναι πρωτίστως πολιτικό επειδή γεννήθηκε και μεγάλωσε στο πλαίσιο ενός πελατειακού συστήματος και ενός στρεβλού μοντέλου παραγωγής και κατανάλωσης. Είναι, ωστόσο, λάθος να παραγνωρίζεται το κληρονομικό βάρος του νέου ελληνικού κράτους. Μια σύντομη ιστορική αναδρομή δείχνει τη «γενετική αδυναμία» ενός κράτους το οποίο δεν έζησε ούτε μιαν ώρα ζωής ελεύθερης από δανειακές υποχρεώσεις προς τους ξένους.

Τα πρώτα δάνεια από ξένους ιδιώτες συνήφθησαν όσο η Ελλάδα ήταν στο βιολογικό στάδιο της σύλληψης, το 1824 και το 1825. Η επαναστατική κυβέρνηση υπέγραψε ομόλογα συνολικού ύψους 2,8 εκ. στερλινών, ονομαστικής αξίας έκαστον 100 στερλινών αλλά πραγματικής 59 στερλινών για το δάνειο του 1824 και 55,5 στερλινών για εκείνο της επόμενης χρονιάς. Και παρά ταύτα, όχι μόνον δεν εισέπραξε τα συμφωνηθέντα 1,572 εκατ. στερλίνες, αλλά μόνον το ένα τρίτο εξ αυτών, ήτοι 540.000 στερλίνες. Τα «ρέστα» παρακρατήθηκαν από τους Βρετανούς τραπεζίτες, τους Έλληνες και ξένους διαμεσολαβητές και κυρίως τους διαχειριστές του δανείου (Δερτιλής 2006, 117). Τα περιβόητα «δάνεια της ανεξαρτησίας» δεν μπόρεσαν να εξυπηρετηθούν από μια επαναστατική κυβέρνηση που ούτε επαρκή έσοδα είχε, ούτε και μπορούσε να θέσει ως προτεραιότητα την εξόφληση των δανειακών της υποχρεώσεων έναντι της πολεμικής προσπάθειας, ακόμα και αν ήθελε. [1] Έτσι, δύο χρόνια αργότερα κήρυξε παύση πληρωμών. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι στη συμμετοχή των τριών προστάτιδων δυνάμεων στη ναυμαχία του Ναβαρίνου τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, βάρυνε και η ανησυχία των δανειστών για την επιβίωση των οφειλετών.

Ευτυχώς, την ίδια χρονιά στην Τροιζήνα εξέλεξαν τον Καποδίστρια ο οποίος, εκτός από κράτος, προσπάθησε να φτιάξει και τα δημόσια οικονομικά αναζητώντας ήδη από το 1830 ένα νέο δάνειο. Αδυνατώντας να ανανεώσει την εξυπηρέτηση των δανείων της ανεξαρτησίας, αναζήτησε εγγυήσεις εκεί που μπορούσε, δηλ. στις τρεις προστάτιδες δυνάμεις. Δυστυχώς, πριν προλάβει να κλείσει την συμφωνία για νέο δάνειο, δολοφονήθηκε το 1831. Με την συνθήκη του Λονδίνου της 7/5/1832, πήραμε το δάνειο των 60 εκατ. φράγκων, αλλά μαζί με αυτό αποκτήσαμε και τον νεαρό Όθωνα ο οποίος πριν καλά-καλά αποβιβαστεί στο Ναύπλιο συμφώνησε ότι προηγούνται οι αποπληρωμές των χρεολυσίων έναντι οποιασδήποτε άλλης κρατικής δαπάνης (Ανδρεάδης 1904, 82). Αυτά ήταν τα καλά νέα! Τα χειρότερα ήταν ότι από τα 60 εκ. φράγκα, στην Ελλάδα έφτασαν μόνον τα 27 εκατ. Οι δανειστές μας όχι μόνον παρακράτησαν έναντι προηγούμενων οφειλών 2 εκατ., όχι μόνον πήραν προμήθεια άλλα τόσα, αλλά υποχρεωθήκαμε να πληρώσουμε 11 εκατ. στο Σουλτάνο για την αγορά της Φθιώτιδας, της Φωκίδας και της Εύβοιας που είχαμε ήδη απελευθερώσει δια των όπλων! Και σαν μην έφταναν όλα αυτά, στους όρους του δανείου προβλέπονταν μια σειρά «ανωφελών δαπανών» όπως τις χαρακτήρισε ο Ανδρέας Ανδρεάδης (1904, 86) που αφορούσαν στα έξοδα της Αντιβασιλείας και σε μισθούς στρατιωτικών, κυρίως Βαυαρών (5.142 εκ των 8.205 ανδρών του νεοσύστατου Ελληνικού Στρατού). Εν κατακλείδι, από τα 60 εκατ. στα ταμεία του κράτους, υπέρ των ελληνικών κρατικών δαπανών εκταμιεύτηκαν μόνον 2,7 εκατ. φράγκα (Κωστής 2006, 317).

Με τα ελάχιστα δημόσια έσοδα της από την φορολόγηση της αγροτικής παραγωγής, η Ελλάδα εξυπηρέτησε το δάνειο αυτό κακήν κακώς μέχρι τον Μάιο του 1843, οπότε ο Όθων ανέστειλε οριστικά τις πληρωμές τόκων και χρεολυσίων. Η Ελλάδα θα βρεθεί εκτός αγορών για τριανταπέντε χρόνια μετά την πτώχευση του ’43. Μπορεί μεν οι ιδιώτες ομολογιούχοι να εξοφλήθηκαν στο άρτιο από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις, αυτές όμως προσπάθησαν με κάθε μέσο πολιτικού πειθαναγκασμού να εξασφαλίσουν την αποπληρωμή τους (Δερτιλής 2006, 128). Στις αέναες διαπραγματεύσεις που περιγράφει λεπτομερώς ο Ανδρεάδης (1904, 92 κ.ε.) η ελληνική πλευρά συζητούσε μόνο για το δάνειο του 1832 και οι δανειστές αποφάσισαν να πιέσουν δραστικά εκμεταλλευόμενοι το «λάθος» του Όθωνα να συνδράμει στρατιωτικά τους Ρώσους στην διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου 1854-56. Οι Αγγλο-γάλλοι κατέλαβαν τον Πειραιά για τρία χρόνια, δηλ. και μετά την λήξη του πολέμου, δικαιολογώντας την κατοχή του με βάση τους όρους του δανείου που προέβλεπε την κατά προτεραιότητα είσπραξη των τελωνειακών εσόδων έναντι των οφειλών (Δερτιλής 2006, 294).

Η επιτροπή εκείνης της τρόικας εγκαταστάθηκε εν Αθήναις επί τριετίαν ώστε «να μελετήση την οικονομικήν κατάστασιν της Ελλάδος και να ορίση το ποσόν όπερ το Ελληνικόν κράτος ηδύνατο να πληρώση». Οι εκπρόσωποι των τριών Δυνάμεων αποφανθήκαν ότι «η Ελλάς καλώς διοικούμενη θα ήτο εις θέσιν να τηρήση όλας τα υποχρεώσεις αυτής» (βλ. Ανδρεάδης 1904, 96-7). Έτσι, ο μοχλός των δανείων χρησιμοποιήθηκε και για την επιβολή της Δυναστείας του Γεωργίου του Α’ σε αντικατάσταση του όχι καλώς διοικούντα Βαυαρού ηγεμόνα. Ενόσω η Ελλάδα παρέμενε εκτός αγορών, οι Βρετανοί επέβαλαν τον εξάδελφο της Βικτωρίας προικίζοντάς τον εκτός από τα Επτάνησα και με μια βασιλική χορηγία 300.000 φράγκων, κουρεύοντας ισόποσα το ελληνικό χρέος.

Το τέταρτο εξωτερικό δάνειο συνάφθηκε το 1879, οπότε και η Ελλάδα ήρθε σε συμβιβασμό με τους δανειστές της, παλαιούς και νέους, αφού ο καγκελάριος Βίσμαρκ απείλησε να μπλοκάρει την συνθήκη προσάρτησης της Θεσσαλίας αν δεν εξοφλούντο άμεσα οι Βαυαροί κληρονόμοι (Ανδρεάδης 1904, 111). Ο οδυνηρός συμβιβασμός περιέλαβε όχι μόνο τους «θεσμικούς επενδυτές» του 1832, αλλά και τους ιδιώτες ομολογιούχους των δανείων της ανεξαρτησίας που αγόρασαν στην δευτερογενή αγορά μέχρι και 5 δρχ. ένα ομόλογο ονομαστικής αξίας 100. Όπως αναφέρει ο Δερτιλής (2006, 324), κάποιοι Ολλανδοί ομολογιούχοι εξοφλήθηκαν το 1930, «105 χρόνια μετά την διασπάθιση των δανείων του 1824-1845».