Από το Δυτικό Τέξας στον κόσμο | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Από το Δυτικό Τέξας στον κόσμο

Γιατί η Ουάσιγκτον ίσως άρει την απαγόρευση εξαγωγών αργού πετρελαίου
Περίληψη: 

Οι σκεπτικιστές περιβαλλοντολόγοι θα δουν την απαγόρευση των εξαγωγών ως διαπραγματευτικό χαρτί. Περιβαλλοντικά θα έχει μικρή σημασία. Όμως, ως πολιτικό δέλεαρ για μια ουσιαστική πολιτική για την κλιματική αλλαγή, μια πιθανή κατάργηση έχει πραγματική αξία.

Ο JEFF COLGAN είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Υποθέσεων στην έδρα Richard Holbrooke στο Πανεπιστήμιο Brown. Μπορείτε να τον ακολουθείτε στο Twitter @JeffDColgan [1]

Στις 7 Οκτωβρίου, η αμερικανική Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε με συντριπτική πλειοψηφία να καταργηθεί μια 40χρονη απαγόρευση των εξαγωγών εγχώριου αργού πετρελαίου σε ξένες χώρες. Δύο υποεπιτροπές της Γερουσίας επίσης υποστήριξαν την κατάργηση, και η ολομέλεια της Γερουσίας πιθανώς θα ψηφίσει σύντομα. Η κυβέρνηση Ομπάμα έχει απειλήσει να ασκήσει βέτο στην κατάργηση, αλλά αυτό την έχει κάνει απλώς ένα καυτό θέμα στην προεκλογική εκστρατεία του 2016. Οι ρεπουμπλικάνοι προεδρικοί υποψήφιοι Τζεμπ Μπους [2] και Marco Rubio [3] ευνοούν την κατάργηση της απαγόρευσης˙ η Δημοκρατική υποψήφια Χίλαρι Κλίντον [4] διαφωνεί.

Γιατί η Ουάσιγκτον ξαφνικά συζητά την απαγόρευση; Εδώ και 40 χρόνια, ο τερματισμός της απαγόρευσης ήταν, σύμφωνα με τα λόγια του Jason Bordoff, πρώην ενεργειακού συμβούλου του προέδρου των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα, «αδιανόητη» [5]. Όταν τέθηκε σε εφαρμογή το 1975, μετά από το αραβικό εμπάργκο πετρελαίου και την ραγδαία αύξηση των τιμών του πετρελαίου το 1973 και το 1974, οι πολιτικοί και στα δύο κόμματα την θεώρησαν ως απαραίτητη για το εθνικό συμφέρον καθώς και ακρογωνιαίο λίθο της αμερικανικής ενεργειακής πολιτικής. Τεχνικά, η απαγόρευση απαιτεί μόνο την αδειοδότηση των εξαγωγών αργού˙ οι άδειες χορηγούνται συνήθως για εξαγωγές στον Καναδά, αλλά σχεδόν ποτέ για άλλες αγορές.

Οι New York Times υπονοούν [6] ότι ο λόγος για την ανανεωμένη εστίαση είναι απλός: Οι τιμές του πετρελαίου έχουν μειωθεί. Οι πετρελαϊκές εταιρείες, βλέποντας τα κέρδη τους να συρρικνώνονται, πιέζουν για πρόσβαση στις αγορές του εξωτερικού. Αλλά αν η πτώση των τιμών του πετρελαίου ήταν το μόνο που χρειάστηκε, γιατί οι πολιτικοί δεν πίεσαν για την κατάργηση σε άλλες εποχές, όταν οι τιμές του πετρελαίου μειώθηκαν απότομα, όπως στα μέσα της δεκαετίας του 1980 ή στα τέλη της δεκαετίας του 1990;

Στην πραγματικότητα, η σημερινή συζήτηση προκύπτει από τρεις παράγοντες. Κατ’ αρχάς, οι πετρελαϊκές εταιρείες χρειάζονταν έναν λόγο για να αντιταχθούν στην απαγόρευση. Δεν είχαν κανέναν όσο η τιμή του πετρελαίου στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν κοντά στην παγκόσμια τιμή. Υπήρχε πάντα περισσότερη από αρκετή εγχώρια ζήτηση για πετρέλαιο αμερικανικής παραγωγής, επειδή η χώρα καταναλώνει πολύ περισσότερο από όσο παράγει (και εισάγει το υπόλοιπο). Εφ’ όσον η τιμή στις ΗΠΑ ήταν περίπου ίση με την παγκόσμια τιμή, υψηλή ή χαμηλή, δεν είχε τόση σημασία το πού πουλούσαν το πετρέλαιό τους οι Αμερικανοί παραγωγοί.

Ξεκινώντας από το 2011, όμως, οι τιμές στις ΗΠΑ άρχισαν να κινούνται μακριά από τις διεθνείς τιμές. Σε γενικές γραμμές, το [πετρέλαιο] West Texas Intermediate προσφέρει μια καλή ένδειξη των τιμών στις ΗΠΑ, ενώ το Brent Crude είναι ένα καλό σημείο αναφοράς για τις παγκόσμιες τιμές. Από το 2011, η τιμή του WTI ήταν σημαντικά χαμηλότερη από την τιμή του Brent, μερικές φορές μέχρι και 10 δολάρια ανά βαρέλι. Αυτό μεταφράζεται σε απώλεια εσόδων εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων για τους Αμερικανούς παραγωγούς πετρελαίου συνολικά.

29102015-2.jpg

Η διαφορά τιμών Brent-WTI σε δολάρια ανά βαρέλι
--------------------

Η διαφορά Brent-WTI σημαίνει ότι οι παραγωγοί πετρελαίου των ΗΠΑ πωλούν το πετρέλαιό τους για λιγότερα από όσα θα μπορούσαν να πάρουν στην παγκόσμια αγορά -και η απαγόρευση των εξαγωγών επιδεινώνει το πρόβλημα, δεδομένου ότι δεν τους επιτρέπει την πρόσβαση στην παγκόσμια αγορά. Φυσικά, οι παραγωγοί πετρελαίου δυσανασχετούν με την απαγόρευση, αν και τα διυλιστήρια πετρελαίου επωφελούνται από αυτήν. Η απαγόρευση περιορίζει τις εξαγωγές αργού πετρελαίου, αλλά όχι την πώληση των προϊόντων διύλισης στο εξωτερικό, όπως η βενζίνη, το ντίζελ και τα αεροπορικά καύσιμα. Τα διυλιστήρια των ΗΠΑ μπορούν να αγοράζουν σε χαμηλές τιμές αργό πετρέλαιο των ΗΠΑ, να το διυλίσουν, και στην συνέχεια να πωλούν τα προϊόντα αυτά σε (υψηλές) τιμές στην παγκόσμια αγορά.

Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική αναμέτρηση που θέτει διάφορα μέρη της βιομηχανίας πετρελαίου το ένα εναντίον του άλλου. Και τα διυλιστήρια έχουν έναν ισχυρό σύμμαχο: Τους οικολόγους, που τους αρέσει η απαγόρευση διότι αποτρέπει την παραγωγή πετρελαίου και τους παρεπόμενους περιβαλλοντικούς κινδύνους.

Ωστόσο, οι παραγωγοί πετρελαίου έχουν ένα ισχυρό εκλογικό σώμα, επίσης. Τους βοηθά ένα δεύτερο στοιχείο: Η άνοδος της βιομηχανίας του fracking [7] [στμ: της υδραυλικής ρηγμάτωσης, της μεθόδου για την εκμετάλλευση του σχιστολιθικού πετρελαίου]. Κατά τα τελευταία πέντε χρόνια, το fracking πετρελαίου [8] έχει γίνει μια μεγάλη επιχείρηση [9] σε πολιτείες όπως η Βόρεια Ντακότα και το Τέξας. Απασχολεί εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους και είναι υπεύθυνη για ένα σημαντικό ποσό της αύξησης των θέσεων εργασίας κατά την διάρκεια της προεδρίας Ομπάμα.

Όταν η πετρελαϊκή βιομηχανία λέει ότι ο τερματισμός της απαγόρευσης των εξαγωγών θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας και θα αυξήσει τα κέρδη τους, οι πολιτικοί ακούνε. Ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής του Τέξας Joe Barton, η Γερουσιαστής των Δημοκρατικών της Βόρειας Ντακότα Heidi Heitkamp, η Ρεπουμπλικανή γερουσιαστής της Αλάσκας Lisa Murkowski έχουν ασχοληθεί προσωπικά με τον αγώνα ενάντια στην απαγόρευση των εξαγωγών. Δεν είναι τυχαίο ότι οι θέσεις εργασίας, οι ψήφοι και οι συνεισφορές στις [προεκλογικές] εκστρατείες είναι όλα σε μεγάλο βαθμό συνδεδεμένα με την πετρελαϊκή βιομηχανία σε αυτές τις πολιτείες.