Η Τουρκία ως «τρίτος πόλος» στην Μέση Ανατολή | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η Τουρκία ως «τρίτος πόλος» στην Μέση Ανατολή

Οι διεθνείς ανακατατάξεις και η Δύση

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι βασικοί γεωπολιτικοί «άξονες» που συγκρούονται στην Μέση Ανατολή (και αλλού) σχετίζονται με τον ανταγωνισμό ισχύος που υφίσταται σε παγκόσμιο επίπεδο μεταξύ της Δύσης και, σε γενικές γραμμές, της Ανατολής. Σε περιφερειακό επίπεδο τα συμφέροντα του Δυτικού στρατοπέδου φαίνεται να εκφράζονται από σουνιτικές δυνάμεις όπως είναι η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ αλλά και το εβραϊκό κράτος του Ισραήλ. Από την άλλη, το στρατόπεδο της Ανατολής που περιλαμβάνει κυρίως την Ρωσία αλλά και την Κίνα σχετίζεται περισσότερο με τις σιιτικές δυνάμεις, όπως το Ιράν, το καθεστώς Άσαντ της Συρίας, την κεντρική κυβέρνηση της Βαγδάτης στο Ιράκ και την Χεζμπολάχ του Λιβάνου.

Παρ’όλα αυτά, υπάρχουν δρώντες που δεν εμπίπτουν ξεκάθαρα σε ένα από τα δύο στρατόπεδα. Η Αίγυπτος, ενώ είναι σουνιτική χώρα και θεωρείται Δυτικός εταίρος, έχει επίσης προσφάτως αναπτύξει σχέσεις τόσο με την Ρωσία όσο και με την Κίνα. Παρομοίως, οι Κούρδοι ενώ γενικά διάκεινται φιλικά προς την Δύση και πολλές φορές τυγχάνουν υποστήριξης από αυτή, ιδιαίτερα στο Ιρακινό Κουρδιστάν και την Συρία, δέχονται τελευταίως υποστήριξη και από την Ρωσία η οποία ανταγωνίζεται τα Δυτικά συμφέροντα στην περιοχή. Ταυτόχρονα, το Ιράν, ένας κατ’ εξοχήν αντι-Δυτικός δρώντας ήδη από την ισλαμική επανάσταση του 1979, προχωρεί σε σταδιακή ομαλοποίηση των σχέσεων του με την Δύση, αρχής γενομένης από την συμφωνία για το πυρηνικό του πρόγραμμα, χωρίς όμως να υποβαθμίσει την στρατηγική του συνεργασία με την Ρωσία. Συνεπώς, οι ισορροπίες είναι πλέον πολύ εύθραυστες και η διαχείρισή τους ιδιαίτερα δύσκολη.

Ακριβώς λόγω του πώς έχει διαμορφωθεί o γεωπολιτικός χάρτης της Μέσης Ανατολής μέσα από την ιστορία και τις σημερινές ιδιαιτερότητές του, η εμπλοκή ενός κράτους σε μια εστία σύγκρουσης ή ανταγωνισμού πρέπει αναγκαστικά να λάβει υπόψη ολόκληρο το μοτίβο των σχέσεων της περιοχής.

20072016-1.jpg

Νεαρές Κούρδισες μαχητές με τις Μονάδες Λαϊκής Προστασίας (YPG) που πολεμούν στο πλευρό των Δημοκρατικών Δυνάμεων της Συρίας, γιορτάζουν την ανακατάληψη της περιοχής κοντά στην πόλη al Houl στην επαρχία Hasaka province, στις 14 Νοεμβρίου 2015. REUTERS/Rodi Said
---------------------------------------------

Η ΣΥΡΙΑ ΩΣ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΡΕΝΑ

Ο πόλεμος που διεξάγεται στην Συρία, συμπυκνώνει όλες τις παραπάνω δυναμικές και αντιθέσεις, κάτι που τον καθιστά κομβικής σημασίας για το μέλλον της χώρας, της Μέσης Ανατολής και πιθανόν για τις παγκόσμιες ισορροπίες ισχύος. Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της σύγκρουσης έπαιξε η άμεση εμπλοκή της Ρωσίας η οποία επέτρεψε στο καθεστώς Άσαντ να ανακτήσει χαμένα εδάφη από διάφορες αντάρτικες ομάδες και το Ισλαμικό Κράτος, αλλάζοντας υπέρ του το ισοζύγιο δυνάμεων. Οι ΗΠΑ, και γενικότερα ο Δυτικός συνασπισμός που συγκροτήθηκε κατά του ΙΚ, έχουν ως διακηρυγμένο στόχο την ανατροπή του Μπασάρ αλ Άσαντ, παρ’όλο που από τα τέλη του 2014 παρατηρείται μερική υποχώρηση από αυτόν τον στόχο λόγω της διαφοροποιημένης ιεράρχησης των απειλών ασφάλειας. Το ΙΚ αποτελεί πλέον πρωταρχικό στόχο και οι επιχειρήσεις του καθεστώτος Άσαντ παίζουν υποβοηθητικό ρόλο στην αντιμετώπισή του. Ωστόσο, θεωρείται δεδομένο πως η «νέα» Συρία δεν μπορεί να περιλαμβάνει την παραμονή του Άσαντ στην εξουσία, καθώς δεν είναι αποδεκτός όχι μόνο από τις Δυτικές δυνάμεις αλλά και από την συριακή ένοπλη και μη αντιπολίτευση.

Για την Ρωσία, το διακύβευμα φαίνεται να είναι μεγαλύτερο καθότι το ζήτημα της Συρίας συνδέεται με υψηλότερους στρατηγικούς της στόχους. Γίνεται δηλαδή αντιληπτό πως η Συρία αποτελεί ένα κομμάτι του παζλ ή ένα πιόνι στην σκακιέρα της Ρωσίας. Ο Βλαδίμηρος Πούτιν βρίσκεται ενώπιον μιας προβληματικής που απορρέει από τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι γεωστρατηγικές του φιλοδοξίες που δεν είναι άλλες από την ανάδυση της Ρωσίας ως Μεγάλης Δύναμης του διεθνούς συστήματος και την δυνατότητα να επηρεάζει επί ίσοις όροις την διαμόρφωση της ατζέντας της διεθνούς πολιτικής. Με άλλα λόγια, αντιλαμβάνεται πλήρως την μεταβατική φάση του διεθνούς συστήματος και επιζητεί κεντρικό ρόλο στην επόμενη μέρα.

Βασικό εμπόδιο αποτελούν οι ΗΠΑ, που αν και αναδιαμορφώνουν την παγκόσμιά τους στρατηγική, δεν έχουν σκοπό να παραχωρήσουν γεωπολιτικούς χώρους επιρροής στην Ρωσία. Μέσα στο ίδιο πλαίσιο, οι προσπάθειες εξάπλωσης του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια, την Ανατολική Ευρώπη, τον Καύκασο και την Κεντρική Ασία, είτε μέσω νέων μελών, είτε μέσω επιχειρήσεων και συνεργασιών με τρίτα κράτη καθιστούν το έργο της Ρωσίας πιο δύσκολο. Τόσο ο πόλεμος της Γεωργίας (2008) όσο και η τελευταία ουκρανική κρίση που υφίσταται από το 2014 αποδεικνύουν την αποφασιστικότητα της Ρωσίας να αντισταθεί στον Δυτικό ηγεμονισμό και να εξισορροπήσει τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ στο εγγύς εξωτερικό της και όχι μόνο.

Κάπου εδώ προκύπτει και το ζήτημα της Συρίας. Με όρους καθαρά (ψυχροπολεμικής) στρατηγικής, η Συρία είναι ζωτικής σημασίας καθώς αποτελεί ρωσικό «κάστρο», μια προωθημένη βάση στην Μέση Ανατολή που δίνει στην Μόσχα πρόσβαση στην Μεσόγειο (βλ. αεροπορική βάση Λατάκειας και ναυτική βάση Ταρτούς). Έχοντας όμως κατά νου το παιχνίδι της μεγάλης σκακιέρας, ο διεθνής ανταγωνισμός ισχύος που διεξάγεται στην Συρία μπορεί να χαρίσει στον δυνατότερο παίκτη ανταλλάγματα που ξεπερνούν τα συριακά σύνορα. Η επιτυχημένη ρωσική εμπλοκή στην Συρία έναντι της Δυτικής στρατηγικής για την ανατροπή του Άσαντ, δύναται να επιτρέψει στην Ρωσία να διαπραγματευτεί από θέση ισχύος τόσο το μέλλον της Συρίας όσο και τον παγκόσμιο ρόλο της.