Η ανησυχητική στροφή της Τουρκίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η ανησυχητική στροφή της Τουρκίας

Τρομοκρατία και ασφάλεια μετά την απόπειρα πραξικοπήματος
Περίληψη: 

Αν ο Ερντογάν δεν πατάξει την τζιχαντιστική ριζοσπαστικοποίηση, δεν περιορίσει τον εξισλαμισμό εγχωρίως και δεν κόψει τους δεσμούς του με ριζοσπάστες στο εσωτερικό της Συρίας, η Τουρκία θα υποφέρει σοβαρά. Και η Δύση επίσης.

Ο SONER CAGAPTAY είναι βασικός συνεργάτης στο Washington Institute for Near East Policy.

Πριν από το αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα στις 15 Ιουλίου, η Τουρκία πάλευε να ανακάμψει από μια βομβιστική επίθεση και πυροβολισμούς που σκότωσαν 45 ανθρώπους στο αεροδρόμιο Ατατούρκ της Κωνσταντινούπολης [1] στις 28 Ιουνίου. Παρά το γεγονός ότι η απόπειρα πραξικοπήματος περιπλέκει την καταστολή της χώρας σχετικά με την τρομοκρατία, τα προβλήματα ασφαλείας της άρχισαν πολύ πριν την αναταραχή του φετινού καλοκαιριού. Οι τρεις τζιχαντιστές που σχεδίασαν την επίθεση ήταν στην Τουρκία εδώ και αρκετό καιρό, έχοντας ταξιδέψει πάνω από 750 μίλια από την Συρία, νοίκιασαν ένα διαμέρισμα στην Κωνσταντινούπολη, και στην συνέχεια συναρμολογούσαν βόμβες επί έναν μήνα. Το έπραξαν χωρίς να ξεσηκώσουν συναγερμό για έναν απλό λόγο: Η ίδια η Τουρκία ριζοσπαστικοποιείται και οι τζιχαντιστές αναμειγνύονται [με τους Τούρκους].

Ένα μεγάλο μέρος της θρησκευτικής στροφής της Τουρκίας έχει να κάνει με τον πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τον πιο ισχυρό δημοκρατικά εκλεγμένο ηγέτη στην ιστορία της Τουρκίας. Έχει κυβερνήσει την χώρα από το 2003, πρώτα ως πρωθυπουργός και στην συνέχεια ως πρόεδρος από το 2014. Κατά την διάρκεια των ετών, εξάλειψε μεθοδικά τον κεμαλισμό, την επαναστατική-κοσμική τουρκική ιδεολογία που πήρε το όνομά της από τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, τον ιδρυτή της χώρας. Εκεί που ο Ατατούρκ δημιούργησε ένα αυστηρό τείχος προστασίας για να αποτρέψει την θρησκεία να εισρεύσει στις κρατικές υποθέσεις, και επίσης όρισε σταθερά την Τουρκία ως μια Δυτική χώρα, ο Ερντογάν έβαλε το συντηρητικό Ισλάμ πάλι στην εξωτερική πολιτική, την εγχώρια πολιτική και το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας.

Ο Κεμαλισμός απαιτούσε από τους Τούρκους πολίτες να ασκούν την θρησκεία ως ένα ιδιωτικό θέμα και η κυβέρνησή του έκανε διακρίσεις ενεργά ενάντια στους απροκάλυπτα θρησκευόμενους ανθρώπους. Το χαρτί έχει τώρα γυρίσει. Ο Ερντογάν θεωρεί τους πολίτες που δεν είναι φανερά συντηρητικοί ως δεύτερης κατηγορίας. Η εμφάνιση θρησκευτικής ευλάβειας εγγυάται κυβερνητικά συμβόλαια, θέσεις εργασίας, προαγωγές, καθώς και την πρόσβαση στην εξουσία. Μια σύζυγος που φορά μαντίλα, κάτι που είναι σημάδι συντηρητισμού, είναι ο πιο σίγουρος τρόπος για να πάρει κάποιος μια θέση εργασίας στην κυβέρνηση Ερντογάν ή να λάβει μια προσοδοφόρα σύμβαση από την κυβέρνηση. Εξετάστε το αυτό υπό το πρίσμα του γεγονότος ότι περίπου μόνο το ήμισυ των γυναικών της Τουρκίας καλύπτουν τα κεφάλια τους.

25072016-1.jpg

Κωνσταντινούπολη, 15 Ιουλίου 2016. MURAD SEZER / REUTERS
-------------------------------------------------

Στην Τουρκία του Ερντογάν, η θρησκευτική πολιτική έχει απλωθεί σε όλους τους τομείς της ζωής, και η εκπαίδευση υπήρξε ένα από τα πιο τραγικά παραδείγματα αυτής της τάσης. Η κοσμική εκπαίδευση, μια από τις βασικές πολιτικές του Ατατούρκ, έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Τον Δεκέμβριο του 2014, το Συμβούλιο Ανώτατης Εκπαίδευσης της Τουρκίας, ένα κυβερνητικά ρυθμιζόμενο σώμα, εξέδωσε μια σύσταση πολιτικής προτείνοντας τα μαθήματα στο σουνιτικό Ισλάμ να διδάσκονται υποχρεωτικά στα δημόσια σχολεία σε όλους τους μαθητές, ακόμα και σε από την ηλικία των έξι ετών. Η πολιτική αυτή τελικά εφαρμόστηκε, και ως αποτέλεσμα, το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα της Τουρκίας δεν μπορεί πλέον να θεωρείται κοσμικό. Οι μαθητές ηλικίας νηπιαγωγείου από άλλες θρησκείες, οι άθεοι, ή από οικογένειες που δεν εξασκούν την θρησκεία, αναγκάζονται να παρακολουθούν μαθήματα για το σουνιτικό Ισλάμ στα χρηματοδοτούμενα από το δημόσιο σχολεία.

Επιπλέον, μετά από αλλαγές στην διδακτέα ύλη και στις εξετάσεις στο κοσμικό εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας, ένας αυξανόμενος αριθμός μαθητών έχουν αναγκαστεί να σπουδάσουν σε ισλαμικά γυμνάσια. Κανείς δεν έχει γλιτώσει -ούτε καν ο εγγονός του επικεφαλής ραβίνου της Τουρκίας, ο οποίος είχε τοποθετηθεί, μαζί με πολλούς Χριστιανούς, σε ένα Ισλαμικό γυμνάσιο.

Οι πολιτικές του Ερντογάν γίνονται όλα το πιο δύσκολο να τις καταπιεί κανείς, δεδομένης της δημόσιας στήριξης που λαμβάνει από εξτρεμιστικά στοιχεία και από ενθαρρυμένους τραμπούκους [2]. Κατά την διάρκεια του μήνα του Ραμαζανιού, αυτές οι ομάδες επιτέθηκαν βίαια σε πολίτες που επέλεξαν να μην νηστέψουν και στόχευσαν εγκαταστάσεις που σέρβιραν αλκοόλ. Αυτές είναι αμφότερες ασυνήθιστες και ανησυχητικές εξελίξεις στην Τουρκία, η οποία μέχρι σήμερα ήταν γνωστή για την φιλελεύθερη ερμηνεία του Ισλάμ. Κάνοντας τα πράγματα χειρότερα, η κυβέρνηση ούτε συνέλαβε ούτε δίωξε αυτούς τους τραμπούκους.

Η ροπή του Ερντογάν στο να βλέπει τον κόσμο μέσα από ένα αντι-κεμαλικό και αντι-Δυτικό πρίσμα έχει επηρεάσει επίσης την εξωτερική πολιτική του. Έχει στρέψει την Άγκυρα προς την Μέση Ανατολή, όπου έχει αναλάβει κεντρικό ρόλο στον καταστροφικό συριακό εμφύλιο πόλεμο που ξεκίνησε το 2011. Όσο δύσκολο και αν είναι να το πιστέψει κανείς, η Άγκυρα υποστηρίζει τώρα τις ριζοσπαστικές ομάδες ισλαμιστών στην Συρία, όπως η Ahrar al-Sham, η οποία έχει δεσμούς με την αλ Κάιντα, στην προσπάθειά της να ανατρέψει το καθεστώς του προέδρου Μπασάρ αλ-Άσαντ.

Αναλόγως, η Άγκυρα έκανε τα στραβά μάτια σε ριζοσπαστικούς ξένους μαχητές που πήγαιναν στην Συρία για να πολεμήσουν το καθεστώς Άσαντ. Η Άγκυρα δεν είδε κανένα κίνδυνο στην εν λόγω στρατηγική, δεδομένου ότι, όπως ήταν το σκεπτικό στην Άγκυρα μεταξύ των ελίτ του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), «ο Άσαντ θα πέσει, οι καλοί θα αναλάβουν και θα απαλλαγούν από τους κακούς».

Η πολιτική αυτή υπήρξε πλήρης αποτυχία. Όχι μόνο ο Άσαντ παρέμενε στην εξουσία, αλλά μερικοί ακριβώς από τους ριζοσπαστικούς που πέρασαν φανερά στην Συρία χωρίς καμία ένσταση από την Άγκυρα, στράφηκαν σε αυτό που σήμερα γνωρίζουμε ως ISIS, την ίδια ομάδα που απειλεί την Τουρκία και τον υπόλοιπο κόσμο.