Η γεωπολιτική αναβάθμιση της Ελλάδας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η γεωπολιτική αναβάθμιση της Ελλάδας

Το πραξικόπημα στην Τουρκία και το τρίγωνο Ελλάδας, Ισραήλ, Κύπρου
Περίληψη: 

Το μέλλον της Τουρκίας είναι απρόβλεπτο, αν και αυτή η έλλειψη προβλεψιμότητας του τουρκικού μέλλοντος ρέπει προς αρνητικά σενάρια. Πιθανή αστάθεια μιας τόσο μεγάλης χώρας με κρίσιμη γεωγραφική θέση, είναι ικανή να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου.

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Θ. ΔΡΙΒΑΣ είναι υποψήφιος διδάκτορας Διεθνών Σχέσεων και συντονιστής του project «Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ και Αίγυπτος: Προοπτικές και περιορισμοί μιας περιφερειακής συνεργασίας» που γίνεται στα πλαίσια του Τομέα Ρωσίας Ευρασίας και Ν/Α Ευρώπης (ΤΟ.Ρ.Ε.Ν.Ε.) στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων. Είναι επίσης αναλυτής στο Russian International Affairs Council.

Κατά το έτος 2009- 2010, η Τουρκία έκανε το πιο αποφασιστικό βήμα του επαναπροσδιορισμού της εξωτερικής της πολιτικής. Διαχώρισε την θέση της από το Ισραήλ όσον αφορά τα περιφερειακά ζητήματα της περιοχής. Το πάλαι ποτέ στρατηγικό τρίγωνο της περιοχής (ΗΠΑ-Τουρκία-Ισραήλ με τις ΗΠΑ να είναι ο υπερπόντιος εξισορροπητής) υπέστη τις πρώτες του ρωγμές. Το Ισραήλ, μετά από αρκετές δεκαετίες, αντιμετώπισε το ενδεχόμενο μιας πλήρους περικύκλωσης από χώρες που διατηρούσαν από κακές έως εχθρικές σχέσεις με αυτό.

Μολονότι το δόγμα «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου» έχει πάντα μερίδιο στην αλήθεια της διεθνούς πολιτικής, το Ισραήλ ενδιαφερόταν να αποκτήσει δυτικό γεωστρατηγικό βάθος και η Ελλάδα και η Κύπρος, έμοιαζαν οι ιδανικοί «συμπαίκτες» σε μια αρένα που φαινόταν από εκείνη την περίοδο πως περνά πάλι σε περίοδο έξαρσης των εντάσεων. Για την Ελλάδα και την Κύπρο η δημιουργία μιας τριμερούς συνεννόησης που είχε στόχο να αναβαθμίζεται συνετά, υπήρξε μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για μια εξωτερική εξισορρόπηση απέναντι στην Τουρκία. Σήμερα, οι ευρύτερες εξελίξεις στην περιοχή, αποδεικνύουν οτι η τριμερής αυτή σχέση έχει στρατηγικές απολήξεις και μπορεί να αναβαθμιστεί τα επόμενα χρόνια.

Ο «ΜΥΘΟΣ» ΤΗΣ ΠΤΩΣΗΣ ΤΟΥ ΕΡΝΤΟΓΑΝ

Τόσο στην Ελλάδα, όσο και πολύ περισσότερο στο Ισραήλ και στην Δύση, πίστεψαν πως η έλλειψη συνεννόησης και συνεργατικού πνεύματος της Τουρκίας, οφειλόταν απλά στον Ερντογάν. Αυτό αληθεύει μόνο εν μέρει, καθώς η άνοδος του ΑΚΡ στην εξουσία σηματοδότησε και την διαφοροποιημένη περιφερειακή πολιτική της Τουρκίας σε σχέση με τα ψυχροπολεμικά και πρώτα μετα-ψυχροπολεμικά έτη.

Ωστόσο, η λάθος ανάγνωση οφείλεται στη μη εξέταση μιας σημαντικής παραμέτρου που ήρθε να επιβεβαιωθεί με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τις μέρες που ακολούθησαν (και ακολουθούν) το τουρκικό πραξικόπημα. Ο Ερντογάν, αποδεικνύει πως η τουρκική κοινωνία αλλά και ό,τι συνιστά τον τουρκικό κρατικό μηχανισμό έχει αλλάξει άρδην. Τα έτη 2003-2004, δεν ήταν απλά έτη ανόδου του ΑΚΡ στην εξουσία: Ήταν τα έτη που έθεταν την αρχή της «αποκεμαλικοποίησης» της Τουρκίας. Ο Ερντογάν μετρά ήδη 13 έτη στην εξουσία και η πολιτική του κουλτούρα έχει περάσει σε κράτος και κοινωνία.

01082016-2.jpg

Υποστηρικτές του Τούρκου προέδρου Ταγίπ Ερντογάν ανεμίζουν τουρκικές σημαίες σε συγκέντρωση προς υποστήριξή του στην Κολωνία της Γερμανίας, στις 31 Ιουλίου 2016. REUTERS/Thilo Schmuelgen
-----------------------------------------------------

Στις εκλογές, βγήκε τόσο δυνατός ώστε μετά από μήνες να καθαιρέσει τον Νταβούτογλου, να διαπραγματεύεται για το προσφυγικό ζήτημα με την Ε.Ε με απειλητικό τρόπο και τελικά, να βγαίνει ισχυρότερος από την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος.

Η ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Το μέλλον της Τουρκίας είναι απρόβλεπτο, αν και αυτή η έλλειψη προβλεψιμότητας του τουρκικού μέλλοντος ρέπει προς αρνητικά σενάρια. Πιθανή αστάθεια μιας τόσο μεγάλης χώρας με κρίσιμη γεωγραφική θέση, είναι ικανή να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου. Ασκό που αφορά ακόμη και την Συμφωνία Sykes-Picot.

Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ, έχουν διαφορετικούς λόγους που οδηγούν στην αύξηση της καχυποψίας τους για τα όσα συμβαίνουν και τείνουν να συμβούν στην Τουρκία, που όλο και περισσότερο αποκλίνει από την διεθνή νομιμότητα. Η προσπάθεια του Ερντογάν να συσπειρώσει όλο και περισσότερο την τουρκική κοινωνία υπέρ του, δεδομένης της οικονομικής πτώσης που ήδη παρατηρείται, είναι πολύ πιθανό να βρει διέξοδο σε μια ακόμη πιο δυναμική εξωτερική πολιτική με έντονο αντι-δυτικό χαρακτήρα και «κυνήγι φαντασμάτων» που επιβουλεύονται την τουρκική συνοχή. Ποιος, όμως, είναι ο πυρήνας της πραγματικότητας που πρέπει να τύχει αποδοχής όχι μόνο από την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ αλλά και από την Δύση συνολικά; Ότι η Τουρκία, ακόμη και αν φθαρεί ο Ερντογάν μέχρι της πτώσεώς του, δε θα είναι ποτέ ξανά εκείνη των ψυχροπολεμικών ετών.

Αυτό πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη, τόσο για τα μελλοντικά ενεργειακά projects, όσο και για κάθε εμπορική συμφωνία που θα δώσει αρωγή στην ομαλοποίηση της περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου.

ΟΙ ΗΠΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟΥ

Στην διεθνή πολιτική, βασιλεύει η βραχυπρόθεσμη υφή των διακρατικών σχέσεων. Ακόμη και αν στην διπλωματική γλώσσα χρησιμοποιείται ο όρος «στρατηγική σχέση», τότε αυτή δεν ταυτίζεται επ’ ουδενί με το «άνευ όρων και ορίων σχέση», πολλώ δε μάλλον με την «διαχρονική». Το «ποτέ» και το «πάντα», βρίσκονται εκτός πολιτικής πρακτικής.

Οι ΗΠΑ, επένδυσαν στην Τουρκία για αρκετές δεκαετίες στο να γίνει η δεύτερη μεταφορέας βαρών για μια περιοχή που περιελάμβανε μεγάλο μέρος της Μέσης Ανατολής και της Κεντρικής Ασίας. Μαζί με το Ισραήλ, η Τουρκία υπήρξε ο άλλος πυλώνας σταθερότητας μιας κρίσιμης (γεω-οικονομικής) περιοχής. Ο επαναπροσδιορισμός της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και η χρήση του Ισλάμ από το ΑΚΡ, παρερμηνεύθηκαν από τις ΗΠΑ, όπως είχε ήδη διαπιστώσει ο Edward Luttwak. Ειδικά κατά την πρώτη θητεία του προέδρου Obama, οι ΗΠΑ θεώρησαν πως η Τουρκία του Ερντογάν θα μπορέσει να γίνει η γέφυρα της Δύσης και του μουσουλμανικού κόσμου. Οι στόχοι, όμως, του Ερντογάν δεν συνέπιπταν με τους αμερικανικούς. Η Τουρκία, για το δίδυμο Ερντογάν-Νταβούτογλου, ήταν μια χώρα που μπορούσε να επιτύχει περιφερειακή ηγεμονία στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.