Η Ευρώπη διασπάται εκ των έσω | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η Ευρώπη διασπάται εκ των έσω

Γιατί η ενσωμάτωση κάνει την απόσχιση πιο ελκυστική
Περίληψη: 

Οι ιδρυτές του ευρωπαϊκού σχεδίου πίστευαν ότι η δημιουργία μιας κοινής αγοράς, ενός κοινού νομίσματος και μιας κοινής ταυτότητας θα αποδυνάμωνε την εθνική κυριαρχία από πάνω προς τα κάτω. Αλλά δεν συνειδητοποιούσαν ότι η διαδικασία της οικονομικής ολοκλήρωσης θα έφθανε να απειλήσει το έθνος-κράτος και από κάτω προς τα πάνω, με την αναβίωση των περιφερειακών ταυτοτήτων με πρωτοφανείς τρόπους.

Ο EDOARDO CAMPANELLA είναι οικονομολόγος στον χρηματοπιστωτικό κλάδο και συγγραφέας που έχει προκριθεί για το βραβείο Bracken Bower 2015, που απονέμεται από τους Financial Times και την McKinsey.

Στην κορυφή των πολλών οικονομικών και πολιτικών προκλήσεων που θα αντιμετωπίσει η Ευρώπη το 2017 είναι οι αποσχιστικές τάσεις. Επί του παρόντος, υπάρχουν περίπου 100 [1] ενεργές αυτονομιστικές ομάδες σε όλη την Ευρώπη -αν και με διαφορετικό βαθμό λαϊκής υποστήριξης και δέσμευσης- και η Καταλονία και η Σκωτία είναι και πάλι στο επίκεντρο. Στην πρωτοχρονιάτικη ομιλία του [2], ο Καταλανός πρόεδρος Carles Puigdemont υποσχέθηκε να διεξαγάγει τον Σεπτέμβριο ένα «νόμιμο και δεσμευτικό» δημοψήφισμα για την απόσχιση της επικράτειας από την Ισπανία. Εν τω μεταξύ, η Nicola Sturgeon [3], η πρώτη υπουργός της Σκωτίας, έχει καταστήσει σαφές ότι ένα σκληρό Brexit, που περιλαμβάνει μια ολοκληρωτική απόσυρση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ενιαία αγορά, θα προκαλέσει ένα δεύτερο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Σκωτίας. Παρά το γεγονός ότι μια σειρά από νομικά και πολιτικά εμπόδια είναι πιθανόν να ματαιώσουν τα αλυτρωτικά σχέδια της Βαρκελώνης και του Εδιμβούργου, η απόσχιση θα παραμείνει μια σημαντική απειλή για την ευρωπαϊκή ακεραιότητα στα χρόνια που έρχονται. Και εδώ είναι η παγίδα: Όσο περισσότερο η Ευρώπη εναρμονίζεται, τόσο περισσότερο διασπώνται τα έθνη μέσα σε αυτήν.

Ιστορικά παράπονα, πολιτιστική ετερογένεια και πολιτικές εντάσεις αποτελούν την βάση αυτών των αποσχιστικών κινημάτων. Από την ενοποίηση της Ιβηρικής Χερσονήσου πριν από πέντε αιώνες, η Καταλονία έχει επανειλημμένα [4] προσπαθήσει να ξεφύγει από την Ισπανία. Υπό την κτηνώδη δικτατορία του Φρανσίσκο Φράνκο, η Μαδρίτη προσπάθησε να καταστείλει την καταλανική κουλτούρα συνολικά -απαγορεύοντας την γλώσσα, τις παραδόσεις και τους θεσμούς. Επί του παρόντος, η κύρια αιτία της δυσαρέσκειας έχει να κάνει με τα υπερβολικά υψηλά επίπεδα φορολογίας που επιβάλλονται στην περιοχή. Ομοίως, η Σκωτία [5] υποστήριξε την ανεξαρτησία της ξανά και ξανά από τον ένατο αιώνα μέχρι την επίσημη ένωσή της με την Αγγλία το 1707, όταν οι Σκωτσέζοι, ελλείψει χρημάτων, έπρεπε να συνθηκολογήσουν. Αυτή η τραγική απόφαση οδήγησε τον ποιητή Robert Burns [6] να γράψει, «Αγοραστήκαμε και πουληθήκαμε για αγγλικό χρυσό. Τι δέμα απατεώνων σε ένα έθνος!» (“We’re bought and sold for English gold—Such a parcel of rogues in a nation!”) Και τώρα οι κύριες πηγές των εντάσεων αντιπροσωπεύονται από τις αποκλίνουσες απόψεις σχετικά με τον ρόλο που θα πρέπει να διαδραματίσει η βρετανική κυβέρνηση στην οικονομία της Σκωτίας και σχετικά με την διαχείριση των πηγών ενέργειας της περιοχής.

Αλλά ούτε ο πολιτισμός ούτε η ιστορία ήταν αρκετά για να δικαιολογήσουν ένα οδυνηρό διαζύγιο˙ η οικονομία είχε πάντα μεγαλύτερη σημασία -και το σημερινό κλίμα είναι υποστηρικτικό των αλυτρωτικών. Στα χρόνια μεταξύ της εισαγωγή του ευρώ και της έναρξης της ύφεσης, όταν η Ευρώπη εξακολουθούσε να απολαμβάνει αξιοπρεπή οικονομική ανάπτυξη, οι αποσχιστικές ομάδες πάλευαν για να κερδίσουν λαϊκή υποστήριξη. Αλλά η ατελείωτη οικονομική κρίση προκάλεσε αναπόφευκτα τεράστιες εντάσεις για την συρρίκνωση των πόρων μεταξύ των ομάδων που διαφέρουν ως προς τον παραδοσιακό πολιτισμό και τις πολιτικές προτιμήσεις τους, αλλά είναι δεμένες μαζί νομικά και διοικητικά. Αυτές οι τριβές είναι ιδιαίτερα οξείες όταν υπάρχει ένα τεράστιο χάσμα πλούτου μεταξύ των περιφερειών, όπως αυτό μεταξύ της Καταλονίας και της υπόλοιπης Ισπανίας.

Ωστόσο, αν και η κρίση του ευρώ σίγουρα τροφοδοτεί αλυτρωτικές φιλοδοξίες, η επιδείνωση των περιφερειακών εντάσεων είναι διαρθρωτικού χαρακτήρα και καθοδηγείται από την παγκοσμιοποίηση και την ίδια την διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Στο πρωτοποριακό έργο τους, The Size of Nations, οι οικονομολόγοι Alberto Alesina και Enrico Spolaore υποστηρίζουν ότι το βέλτιστο μέγεθος ενός κράτους καθορίζεται από ορισμένους συμβιβασμούς. Από τη μια πλευρά, η πρόσβαση σε μια αγορά χωρίς εμπόδια, το χαμηλότερο ανά κεφαλή κόστος για τα δημόσια αγαθά, και οι μεγαλύτεροι στρατοί καλούν για μεγάλα έθνη. Από την άλλη πλευρά, η ετερογένεια των προτιμήσεων των ανθρώπων σε σχέση με τον πολιτισμό, το νομικό σύστημα, ή την ευημερία καλούν για μικρότερα έθνη.

Όταν τα εμπόδια στο εμπόριο και την μετανάστευση είναι υψηλά, και τα αγαθά και οι άνθρωποι δεν μπορούν εύκολα να διασχίζουν τα σύνορα, είναι πιο βολικό για μια περιοχή με έντονη αυτόνομη ταυτότητα να είναι μέρος μιας μεγάλης εθνικής δικαιοδοσίας και, ως εκ τούτου, να επεκτείνει τις οικονομικές δυνατότητές της. Αυτή ήταν η περίπτωση της Σκωτίας πριν το Ηνωμένο Βασίλειο προσχωρήσει στο ευρωπαϊκή κλαμπ το 1973. Όταν τα κράτη αίρουν τους εμπορικούς φραγμούς, όπως μέσω της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, τότε τα οικονομικά οφέλη [που προκύπτουν] από ένα μεγάλο έθνος μειώνονται, καθιστώντας την απόσχιση πιο ελκυστική. Και σε μια τέτοια περίπτωση, μια πρόσφατα αποσχισθείσα περιοχή θα έχει πρόσβαση σε μια ηπειρωτική -και όχι μόνο εθνική- αγορά χωρίς εμπόδια και θα απολαμβάνει την ασφάλεια και την παγκόσμια επιρροή που παρέχεται από μια ομάδα μεγάλων εθνών, στο μεταξύ απολαμβάνοντας και την αυτονομία τού να κάνει επιλογές με βάση με τις δικές της προτιμήσεις. Ταιριαστά, το πρώτο βήμα της Σκωτίας προς την ανεξαρτησία ήταν μια ψηφοφορία για την αποκέντρωση της εξουσίας το 1979, έξι χρόνια αφότου το Ηνωμένο Βασίλειο προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, την προκάτοχο της ΕΕ.

Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που οι Καταλανοί και οι Σκωτσέζοι θέλουν να διατηρήσουν την πρόσβαση στην ευρύτερη ευρωπαϊκή αγορά, ενώ θα αποσυνδεθούν από τη Μαδρίτη και το Λονδίνο. Πράγματι, η εθνική αποσύνθεση μπορεί να θεωρηθεί ως υποπροϊόν μιας «ολοένα στενότερης ένωσης», όπως έχει υποστηρίξει μια ομάδα παγκοσμίου φήμης Καταλανών οικονομολόγων από τα Πανεπιστήμια Columbia, Harvard, Princeton, και το Pompeu Fabra της Βαρκελώνης, με την δημιουργία της Πρωτοβουλίας Wilson [7], από το όνομα του προέδρου των ΗΠΑ Γούντροου Γουίλσον, υπερασπιστή της αυτοδιάθεσης, ώστε να πιέσουν υπέρ της καταλανικής ανεξαρτησίας.