Τα μεταβαλλόμενα σύνορα της Ευρώπης | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Τα μεταβαλλόμενα σύνορα της Ευρώπης

Πώς επιστρέφει η μετανάστευση στην ήπειρο

Το μόνο ζήτημα που προκάλεσε μεγαλύτερη ένταση από την εισροή των Ανατολικών ήταν το άνοιγμα των γερμανικών συνόρων στους γείτονες από ακόμα πιο ανατολικά. Μεταξύ 1989 και 2004, όταν οκτώ πρώην σοσιαλιστικές χώρες εντάχθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, υπολογίζεται ότι 3,2 εκατομμύρια άνθρωποι από την Ανατολική Ευρώπη (μη συμπεριλαμβανομένης της πρώην Σοβιετικής Ένωσης) μετανάστευσαν προς τα δυτικά. Η περαιτέρω διεύρυνση της ΕΕ μετά από αυτό επιδείνωσε τα πράγματα. Το 2005, στην πορεία προς μια διαβόητη γαλλική ψηφοφορία κατά του Συντάγματος της ΕΕ, ο λεγόμενος «Πολωνός υδραυλικός» έγινε σύμβολο των Δυτικών φόβων για μια πιθανή εισβολή φθηνών εργαζομένων από την Ανατολική Ευρώπη. Εκείνη την εποχή, μόνο 150 Πολωνοί υδραυλικοί επισκεύαζαν γαλλικούς σωλήνες, και μόνο 5.537 Πολωνοί είχαν εκμεταλλευτεί την πρωτόγνωρη ελευθερία κινήσεων για να κινηθούν προς την Γαλλία το 2004. Αυτό δεν εμπόδισε τους Γάλλους αντιπάλους της ΕΕ από να σηκώσουν το φάντασμα των ορδών Ανατολικοευρωπαίων που καταφθάνουν με γεμάτα πούλμαν (ή πετώντας με τις αεροπορικές εταιρείες χαμηλού κόστους) για να κλέψουν γαλλικές θέσεις εργασίας.

Πιο πρόσφατα, οι Ρομά υπήρξαν οι πιο εμφανείς στόχοι των ανησυχιών σχετικά με την ελευθερία της κινητικότητας στην επεκτεινόμενη Ευρωπαϊκή Ένωση. Και πολλά από τα αρνητικά χαρακτηριστικά που συχνά αποδίδονται στους Ρομά -εγκληματικότητα, παρασιτισμός στην πρόνοια, έλλειψη αφομοιωσιμότητας- είχαν άψογα μεταφερθεί στους πρόσφυγες. Το 2015, ο πρώην πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Péter Boross, συνέκρινε τους πρόσφυγες με τους Ρομά: «Οι μάζες των Μουσουλμάνων δεν έρχονται μόνο από διαφορετικούς πολιτισμούς, αλλά ο ψυχισμός τους, η βιολογική και γενετική κληρονομικότητά τους είναι διαφορετικές». Σε αυτή την βάση, επέμεινε ότι η κοινωνική και πολιτική ολοκλήρωση δεν λειτουργεί, προσθέτοντας ότι «δεν έχει λειτουργήσει με τους τσιγγάνους, παρά το γεγονός ότι έχουν ζήσει μαζί μας για εκατοντάδες χρόνια».

13022017-1.jpg

Διαδηλωτές στο Λονδίνο διαμαρτύρονται για την απόφαση του προέδρου των ΗΠΑ, Donald Trump, περί απαγόρευσης στα ταξίδια από επτά Μουσουλμανικές χώρες, τον Φεβρουάριο του 2017. REUTERS
--------------------------------------------------------

Οι μεταναστευτικοί πανικοί δεν περιορίζονται σε χώρες που υποδέχονται μετανάστες. Οι χώρες εξαγωγής ανθρώπων ανησυχούσαν επίσης συχνά για την μαζική μετανάστευση. Στην Κεντρική Ευρώπη, η αμφιθυμία προς την μετανάστευση γεννήθηκε την ίδια στιγμή που η περιοχή έγινε η πρώτη πηγή της μαζικής μετανάστευσης. Πολλοί πολιτικοί, κληρικοί και κοινωνικοί μεταρρυθμιστές είδαν την μετανάστευση ως ένα σύμπτωμα αδυναμίας και καθυστέρησης, ένα σήμα αποτυχίας σε έναν παγκόσμιο ανταγωνισμό για το αυτοκρατορικό και εθνικό γόητρο. Οι Ανατολικοευρωπαίοι, έλεγε το επιχείρημα, θα είναι οι οικονομικά, πολιτικά και πολιτιστικά χαμένοι σε μια διαδικασία που ξεριζώνει εκατομμύρια, διαιρώντας οικογένειες και διαλύοντας κοινότητες. Εξίσου σημαντικό, τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης φοβούνταν μήπως χάσουν τον έλεγχο των συνόρων και της κυριαρχίας τους˙ η αστυνόμευση των συνόρων για την πρόληψη της μετανάστευσης ήταν έτσι ένας τρόπος για να επαναβεβαιώσουν την κυριαρχία τους, ή τουλάχιστον να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι η κυριαρχία δεν ήταν μια μυθοπλασία. Δικαιολόγησαν τους περιορισμούς της κινητικότητας στο όνομα της προστασίας των πολιτών τους από την εκμετάλλευση στο εξωτερικό, φοβούμενοι ότι οι Ανατολικοευρωπαίοι θα μπορούσαν να γίνουν οι σκλάβοι ή οι κουλήδες του εικοστού αιώνα.

Οι προσπάθειες για την πρόληψη της μετανάστευσης απέτυχαν εν γένει, καθώς οι μετανάστες ενδιαφέρονταν περισσότερο για την βελτίωση της δικής τους ζωής αντί για τις ανησυχίες των πολιτικών οικονομολόγων και των δημογράφων. Αυτό δεν εμπόδισε κυβερνητικούς αξιωματούχους από το να προτείνουν όλο και περισσότερο ριζοσπαστικά μέτρα για να σταματήσει η φυγή. Κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, για παράδειγμα, ένας Αυστριακός πρόξενος τοποθετημένος στο Σεντ Πολ της Μινεσότα, πρότεινε να απαγορευθεί όλη η μετανάστευση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά τον πόλεμο. Η απαγόρευση αυτή, υποστήριξε, θα γονατίσει τις αμερικανικές βιομηχανίες χάλυβα και άνθρακα και θα επιτρέψει στην Αυστρία να διατηρήσει πολύτιμο «ανθρώπινο υλικό» για δική της χρήση, καθώς «είναι ακριβώς τα πιο παραγωγικά στοιχεία σωματικά και πνευματικά που έχουν χαθεί από την πατρίδα τους, και το ποιοτικά λιγότερο πολύτιμο ανθρώπινο υλικό, τα ακάθαρτα μπάζα ... παραμένουν στην διάθεσή μας».

Οι περισσότεροι κυβερνητικοί αξιωματούχοι διαφώνησαν με το σχέδιο, αλλά δεν αμφισβητούν τις βασικές αρχές του. Απλά αναγνώρισαν ότι ήταν ανέφικτο. Ο Ούγγρος υπουργός Εσωτερικών (προνοητικά) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μετανάστευση θα μπορούσε να περιοριστεί με επιτυχία «μόνο αν όλα τα γειτονικά μας κράτη υιοθετήσουν την ίδια στάση σε σχέση με την μετανάστευση, κάτι στο οποίο δύσκολα μπορούμε να υπολογίζουμε». Αλλά όντως εισήχθησαν περιοριστικοί νόμοι σε όλη την Ανατολική Ευρώπη μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Συχνά αποσκοπούσαν στην δημιουργία πιο ομοιογενών εθνών-κρατών: Ο στόχος ήταν να αποτραπεί η μετανάστευση των «εθνικά επιθυμητών» πολιτών και να ενθαρρυνθεί η μετανάστευση των «ανεπιθύμητων» εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων. Το Σιδηρούν Παραπέτασμα ήταν η κορύφωση των επί πενήντα χρόνια αποτυχημένων προσπαθειών για την πρόληψη της μετανάστευσης μέσω λιγότερο δραστικών μέτρων. Ήταν, επίσης, η άλλη πλευρά της εθνοκάθαρσης. Η μεταπολεμική Ανατολική Ευρώπη χρειαζόταν να αποτρέψει την έξοδο των Τσέχων, των Ούγγρων, των Πολωνών και των Σλοβάκων για να αντισταθμίσει την απώλεια εκατομμυρίων Εβραίων, Γερμανών και άλλων μειονοτήτων μέσω δολοφονιών ή απελάσεων.