Οι κίνδυνοι ασφαλείας ενός εμπορικού πολέμου με την Κίνα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οι κίνδυνοι ασφαλείας ενός εμπορικού πολέμου με την Κίνα

Γιατί οι ΗΠΑ πρέπει να είναι επιφυλακτικές για την οικονομική αποσύνδεση
Περίληψη: 

Μέχρι πρόσφατα, οι οικονομικοί δεσμοί των δύο εθνών είχαν χρησιμεύσει ως αποτελεσματικό φρένο για την κλιμάκωση της στρατηγικής δυσπιστίας. Μία Κίνα λιγότερο περιορισμένη από τις οικονομικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα μπορούσε να αποτελέσει μια πολύ μεγαλύτερη πρόκληση για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ.

Ο ALI WYNE είναι αναλυτής πολιτικών στον μη κερδοσκοπικό, μη κομματικό οργανισμό RAND Corporation.

Οι εμπορικές εντάσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας συνεχίζουν να αυξάνονται. Τον Ιούνιο, η διοίκηση του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Donald Trump, ανακοίνωσε ότι θα επιβάλλει δασμούς ύψους 25% στις κινεζικές εξαγωγές αξίας 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων, με το πρώτο κύμα να αφορά περίπου 800 αγαθά αξίας 34 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η Κίνα αντέδρασε με δικούς της δασμούς που αφορούσαν τον αμερικανικό γεωργικό τομέα και την καρδιά της βιομηχανίας. Σε απάντηση, ο Trump ανέφερε ότι διέταξε [1] την διοίκησή του να εξετάσει έναν δασμό 25% σε επιπλέον κινεζικές εξαγωγές αξίας 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Καθώς η αναμέτρηση κλιμακώνεται, πολλοί παρατηρητές δικαιολογημένα επικεντρώνονται στο ενδεχόμενο πλήρους εμπορικού πολέμου που θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει την παγκόσμια οικονομία. Αλλά θα πρέπει επίσης να εξετάσουν τις δεύτερης τάξης, μακροπρόθεσμες επιπτώσεις -στον τομέα της ασφάλειας. Μέχρι πρόσφατα, οι οικονομικοί δεσμοί των δύο εθνών είχαν χρησιμεύσει ως αποτελεσματικό φρένο για την κλιμάκωση της στρατηγικής δυσπιστίας. Μία Κίνα λιγότερο περιορισμένη από τις οικονομικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα μπορούσε να αποτελέσει μια πολύ μεγαλύτερη πρόκληση για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Παρόλες τις απογοητεύσεις της διοίκησης του Trump με την διαχείριση αυτής της αλληλεξάρτησης, οι συνέπειες της αποσύνδεσης θα μπορούσαν να σημαίνουν ακόμα μεγαλύτερους πονοκεφάλους.

07082018-1.jpg

Το κλάσης Arleigh Burke αντιτορπιλικό κατευθυνόμενων πυραύλων USS Fitzgerald σε περιπολία του 7ου στόλου των ΗΠΑ που έχει την ευθύνη για την υποστήριξη της ασφάλειας και της σταθερότητας στον Ειρηνικό Ωκεανό, τον Αύγουστο του 2013. U.S. NAVY VIA REUTERS

ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΝΤΑΣΕΩΝ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αγοράζουν περισσότερες εξαγωγές κινεζικών προϊόντων από οποιαδήποτε άλλη χώρα. Η Κίνα, εν τω μεταξύ, είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος των Ηνωμένων Πολιτειών και η ταχύτερα αναπτυσσόμενη αγορά για τις εξαγωγές τους. Ωστόσο, καμία από τις δύο πλευρές δεν θεωρεί ότι αυτές οι βαθιές, πολύπλευρες εμπορικές σχέσεις είναι απολύτως θετικές.

Ο Trump εκφράζει συχνά εκνευρισμό σχετικά με το μέγεθος του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ με την Κίνα, αλλά οι εμπορικές εντάσεις μεταξύ των δύο χωρών έχουν τις ρίζες τους λιγότερο στα νούμερα του ελλείμματος σε σύγκριση με τον ανταγωνισμό στην υψηλή τεχνολογία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν την τεχνολογική πρόοδο της Κίνας ως μια αυξανόμενη πρόκληση εθνικής ασφάλειας. Ένας από τους κορυφαίους οικονομικούς συμβούλους του Trump, ο Peter Navarro, προειδοποίησε πρόσφατα ότι η "επένδυση της Κίνας σε στρατηγικές τεχνολογίες μπορεί τελικά να αποτελέσει τον σοβαρότερο κίνδυνο για την αμερικανική μεταποιητική και αμυντική βιομηχανική βάση”. Υποστήριξε ότι "οι δασμοί θα αποτελέσουν μια κρίσιμη γραμμή άμυνας απέναντι στις επιθετικές εμπορικές πρακτικές της Κίνας έχουν χρησιμοποιηθεί εις βάρος των αμερικανικών βιομηχανιών".

Η Κίνα, εν τω μεταξύ, επιδιώκει να γίνει παγκόσμιος ηγέτης στην προηγμένη μεταποίηση. Η πρωτοβουλία της, Made in China 2025, δίνει προτεραιότητα σε δέκα βιομηχανίες [3] -περιλαμβανομένης των τεχνολογιών πληροφορικής, του αεροδιαστημικού εξοπλισμού και των νέων υλικών- και στοχεύει στην αύξηση του εγχώριου μεριδίου "βασικών κεντρικών συστατικών και σημαντικών βασικών υλικών" ( basic core components and important basic materials) που χρησιμοποιούνται στην Κίνα στο 40% ως το 2020 και το 70% μέχρι το 2025.

Όπως διαπιστώνεται από την περίπτωση της ZTE -μέχρι πρόσφατα η δεύτερη μεγαλύτερη εταιρεία κατασκευής τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού της Κίνας- το Πεκίνο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την Ουάσινγκτον για εισροές υψηλής τεχνολογίας. Στα μέσα Απριλίου, το Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ εξέδωσε εντολή απαγόρευσης στις εταιρείες να πουλήσουν εξαρτήματα στην ZTE για επτά χρόνια. Αν και η δικαιολογία ήταν ότι η ZTE είχε παρακάμψει τις κυρώσεις των ΗΠΑ έναντι του Ιράν και της Βόρειας Κορέας, η πιο βασική ανησυχία ήταν ότι η εταιρεία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την τεχνολογία των ΗΠΑ για να εμπλακεί σε κατασκοπεία ή ακόμα και να εκτελέσει κυβερνοεπιθέσεις εναντίον της Ουάσινγκτον. Χωρίς τσιπ από την Qualcomm και την Intel και οπτικά εξαρτήματα από την Acacia και την Lumentum, η ZTE δεν μπόρεσε να λειτουργήσει και στις αρχές Μαΐου ανακοίνωσε [4] ότι είχε σταματήσει "σημαντικές λειτουργικές δραστηριότητες". Λίγες μέρες αργότερα, ο Trump δήλωσε ότι συνεργάζεται με τον πρόεδρο της Κίνας, Xi Jinping, για την διάσωση της εταιρείας, προτρέποντας το Υπουργείο Εμπορίου να κάνει πιο ήπιο το προηγούμενο διάταγμα, αλλά μια δικομματική ομάδα στο Κογκρέσο κάλεσε το Υπουργείο να εμμείνει στο αρχικό του διάταγμα, εμποδίζοντας τις επιχειρήσεις να κάνουν οποιαδήποτε δουλειά με την ZTE έως το 2025.