Μήπως οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν τις κυρώσεις πολύ επιθετικά; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μήπως οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν τις κυρώσεις πολύ επιθετικά;

Τα βήματα που η Ουάσιγκτον μπορεί να κάνει για να προφυλαχθεί ενάντια στην κατάχρηση
Περίληψη: 

Το να αναγκαστεί η κυβέρνηση των ΗΠΑ να αξιολογεί περιοδικά τα οφέλη και το κόστος θα την ενθάρρυνε να μετρά εάν εξακολουθεί να λειτουργεί ένα πρόγραμμα κυρώσεων, να τερματίζει τα προγράμματα που υπερβαίνουν την χρησιμότητά τους και να προσαρμόζει τα προγράμματα κυρώσεων για να διασφαλίζει ότι παραμένουν αποτελεσματικά.

Ο PETER HARRELL είναι επικεφαλής ανώτερος συνεργάτης στο Center for a New American Security και δικηγόρος που συμβουλεύει για την συμμόρφωση σε κυρώσεις. Διετέλεσε Αναπληρωτής Βοηθός Υπουργός Οικονομικών για την Αντιμετώπιση των Οικονομικών Απειλών και των Κυρώσεων από το 2012 έως το 2014. Έγραψε αυτό το άρθρο, ενώ υπηρετούσε ως επισκέπτης συνεργάτης στο Perry World House στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια.

Η χρήση κυρώσεων από τις Ηνωμένες Πολιτείες [1] έχει εκτοξευθεί κατά την τελευταία δεκαετία. Σύμφωνα με μια ανάλυση [2] του δικηγορικού γραφείου Gibson Dunn, η διοίκηση του προέδρου Donald Trump προσέθεσε περίπου 1.000 ανθρώπους, εταιρείες και οντότητες στους καταλόγους κυρώσεων των ΗΠΑ το 2017, σχεδόν 30% περισσότερους από τον αριθμό που πρόσθεσε κατά το τελευταίο έτος της θητείας του ο πρώην πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα. Αλλά η επέκταση των κυρώσεων είναι ένας σπάνιος τομέας δικομματικής συναίνεσης στην Ουάσινγκτον: Ο Ομπάμα πρόσθεσε σχεδόν τριπλάσιο αριθμό ανθρώπων και οντοτήτων στην λίστα κυρώσεων κατά το τελευταίο έτος της θητείας του από όσους είχε το 2009.

Η έκρηξη των κυρώσεων των ΗΠΑ είναι εμφανής όχι μόνο στον αριθμό των ανθρώπων που περιέχονται στις λίστες κυρώσεων των ΗΠΑ -το πεδίο εφαρμογής και η πολυπλοκότητα των απαγορεύσεων των κυρώσεων αυξάνεται επίσης. Το 2014, οι Ηνωμένες Πολιτείες επινόησαν μια εντελώς νέα κατηγορία ποινών, την λίστα των Αναγνωριστικών Τομεακών Κυρώσεων (Sectoral Sanctions Identifications, SSI), η οποία απαγορεύει ορισμένες χρηματοπιστωτικές συναλλαγές με μια εταιρεία-στόχο ενώ τις επιτρέπει ταυτόχρονα στους περισσότερους άλλους, επιτρέποντας στην Ουάσιγκτον να στοχεύει μεγάλες ρωσικές εταιρείες ενώ οι παραδοσιακές κυρώσεις θα είχαν δημιουργήσει απαράδεκτα παράπλευρα κόστη τόσο για τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και για την Ευρώπη. Το Υπουργείο Οικονομικών εφάρμοσε το μοντέλο αυτό στην Βενεζουέλα το 2017. Και η συγχώνευση των κυρώσεων και άλλων εργαλείων εθνικής ασφάλειας από τον Trump, όπως η απόφαση της 9ης Αυγούστου για την επιβολή των δασμών εθνικής ασφάλειας του Τμήματος 232 στον χαλκό και το αλουμίνιο από την Τουρκία στο πλαίσιο μιας διπλωματικής διαφοράς σχετικά με τον κρατούμενο Αμερικανό πάστορα, αντιπροσωπεύει μια άλλη καινοτομία που είχε αναμφισβήτητες οικονομικές επιπτώσεις για την Άγκυρα. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Trump επίσης μελετά κυρώσεις σε Κινέζους αξιωματούχους και εταιρείες για την φυλάκιση Ουιγούρων και άλλων Μουσουλμάνων στην Κίνα, μια κίνηση που το Πεκίνο θα θεωρούσε εξαιρετικά προκλητική, ενώ ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας Τζον Μπόλτον απείλησε δημοσίως να επιβάλλει κυρώσεις στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο αν κυνηγήσει Αμερικανούς.

18092018-1.jpg

Το κτίριο του Καπιτωλίου των ΗΠΑ, στην Ουάσινγκτον, τον Μάιο του 2017. ZACH GIBSON / REUTERS
-----------------------------------------------------------------------------

Ωστόσο, η ραγδαία αύξηση των κυρώσεων των ΗΠΑ οδηγεί σε εξίσου ταχύτατη αύξηση του κόστους και των ακούσιων επιπτώσεων. Ορισμένα από αυτά είναι οικονομικά. Για παράδειγμα, οι δασμοί του Trump στις 9 Αυγούστου κατά της Τουρκίας προκάλεσαν μια δραματική επίδραση στην αγορά, η οποία όχι μόνο επηρέασε την Άγκυρα αλλά προκάλεσε μια βουτιά της τιμής των μετοχών μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών [3] με επιχειρηματικές δραστηριότητες στην Τουρκία και δημιούργησε ανησυχίες σχετικά με τη μετάδοση [της πτώσης] σε άλλες αναδυόμενες αγορές. Μετά τις κυρώσεις των ΗΠΑ σε μια μεγάλη ρωσική εταιρεία αλουμινίου, την Rusal, στις αρχές Απριλίου, οι παγκόσμιες τιμές αλουμινίου σημείωσαν άνοδο [4] κατά περισσότερο από 20% πριν επιστρέψουν στα προηγούμενα επίπεδα, αφού το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ εξέδωσε εξαιρέσεις επιτρέποντας στις εταιρείες να συνεχίσουν τις συναλλαγές τους με την κυρωθείσα εταιρεία. Ακόμα και σε περιπτώσεις όπου τα κόστη έχουν προσελκύσει σχετικά μικρή δημόσια προσοχή και λίγοι Αμερικανοί θα αμφισβητούσαν την αξία των κυρώσεων, τα παράπλευρα κόστη μπορεί να είναι σημαντικά. Οι κυρώσεις των ΗΠΑ κατά της Ρωσίας, για παράδειγμα, συνέβαλαν στην πτώση σχεδόν κατά 40% [5] στις εξαγωγές αγαθών των ΗΠΑ προς την Ρωσία από το 2013, το έτος πριν από την επιβολή των κυρώσεων.

Το πολιτικό κόστος είναι τουλάχιστον εξίσου σημαντικό. Οι κυρώσεις του Trump στην Τουρκία έχουν προκαλέσει ταχεία επιδείνωση των σχέσεων της Ουάσινγκτον με την Άγκυρα, σύμμαχο στο ΝΑΤΟ που είναι σημαντική για τα συμφέροντα των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και οι σχέσεις βρίσκονται τώρα στο χειρότερο σημείο από τότε που η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο το 1974. Εν τω μεταξύ, η ΕΕ ανταποκρίθηκε στην απόσυρση του Trump από την πυρηνική συμφωνία [με το Ιράν] JCPOA, επικαιροποιώντας έναν κανονισμό παρεμπόδισης (blocking statute) [6] για να απαγορεύσει στις εταιρείες της ΕΕ να συμμορφώνονται με τις αμερικανικές κυρώσεις στο Ιράν. Παρόλο που πολλές επιχειρήσεις προσπαθούν να βρουν έναν τρόπο να το ξεπεράσουν και να συμμορφωθούν με το νόμο των ΗΠΑ παρά τον ευρωπαϊκό κανονισμό παρεμπόδισης, η κίνηση της ΕΕ σηματοδοτεί ένα απότομο ρήγμα μεταξύ της Ουάσινγκτον και της οργάνωσης που ήταν ιστορικά ο πιο στενός σύμμαχός της στις κυρώσεις.

Υπάρχουν αυξανόμενες ανησυχίες ότι η επιθετική χρήση των κυρώσεων από τις Ηνωμένες Πολιτείες συνεπάγεται επίσης μακροπρόθεσμο και συστημικό κόστος. Μπορεί τελικά να ενθαρρύνει συμμάχους και μεγάλες παγκόσμιες εταιρείες να αναπτύξουν εναλλακτικές λύσεις στα οικονομικά και εμπορικά κανάλια που δίνουν στις αμερικανικές κυρώσεις τεράστια παγκόσμια βαρύτητα. Ήδη η Γαλλία φέρεται ότι [7] εξετάζει την χρήση κρατικών εταιρειών για να συνεχίσει να αγοράζει πετρέλαιο από το Ιράν. Η Γαλλία πιθανότατα θα διαπιστώσει ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο βραχυπρόθεσμα, αλλά σε μακροπρόθεσμη βάση οι χώρες και οι εταιρείες με τα κατάλληλα κίνητρα μπορούν να αναπτύξουν εμπορικούς και χρηματοοικονομικούς μηχανισμούς που υπάρχουν πέραν της επιρροής της Ουάσιγκτον.