Η πειστική έκκληση από την Κεντρική Ευρώπη: Αφήστε μας να μπούμε στο ΝΑΤΟ | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η πειστική έκκληση από την Κεντρική Ευρώπη: Αφήστε μας να μπούμε στο ΝΑΤΟ

Η διεύρυνση του ΝΑΤΟ γίνεται 20 ετών
Περίληψη: 

Σήμερα μιλάμε για την διεύρυνση του ΝΑΤΟ σχεδόν αποκλειστικά στο πλαίσιο των εντάσεων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας. Αλλά αυτή η ιστορία δεν πρέπει να σκιάζει εκείνη που ανήκει στους Κεντρο-ευρωπαίους και τους Ανατολικο-ευρωπαίους, των οποίων οι εκκλήσεις τους να εισχωρήσουν στο ΝΑΤΟ είχαν πολλά να κάνουν με την ένταξη των χωρών τους στην συμμαχία το 1999.

Η M. E. SAROTTE είναι διακεκριμένη καθηγήτρια Ιστορικών Σπουδών στην έδρα Marie-Josée και Henry R. Kravis στο Johns Hopkins SAIS και η συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο The Collapse: The Accidental Opening of the Berlin Wall. [1]

Πριν από είκοσι χρόνια, η πρώτη μεγάλη επέκταση του ΝΑΤΟ μετά τον Ψυχρό Πόλεμο πραγματοποιήθηκε σε μια απίθανη περιοχή: Στην Independence (Ανεξαρτησία), στο Μιζούρι. Η Τσεχία, η Ουγγαρία και η Πολωνία εισήλθαν επίσημα στο ΝΑΤΟ σε μια τελετή στην Βιβλιοθήκη Truman που διοργάνωσε η Αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών, Madeleine Albright, πρόσφυγας κι η ίδια από την Τσεχοσλοβακία. Είχε κανονίσει η τελετή προσχώρησης να πραγματοποιηθεί στο έδαφος [της πολιτείας] του Μιζούρι για να τιμήσει τον πρόεδρο στην θητεία του οποίου είχε σχηματιστεί η συμμαχία, πενήντα χρόνια νωρίτερα. Οι υπουργοί Εξωτερικών των νέων κρατών-μελών πήγαν μια βόλτα στο Μιζούρι με το αεροπλάνο της υπουργού και, ενώ πετούσαν, ο Πολωνός υπουργός Εξωτερικών, Bronislaw Geremek, εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του στην Albright. Της είπε ότι η διεύρυνση του ΝΑΤΟ ήταν «το σημαντικότερο γεγονός που συνέβη στην Πολωνία από την εμφάνιση του Χριστιανισμού».

13032019-1.jpg

Η Madeleine Albright με τους υπουργούς Εξωτερικών της Τσεχίας, Jan Kavan, της Ουγγαρίας, Janos Martonyi, και της Πολωνίας, Bronislaw Geremek, στην Βιβλιοθήκη Truman στην Independence, στο Μιζούρι, τον Μάρτιο του 1999. JEFF TAYLOR/REUTERS
------------------------------------------------------------------

Σήμερα οι ιστορικοί αμφισβητούν έντονα το ζήτημα του πότε, ακριβώς, προέκυψε η ιδέα να περιληφθεί η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη στο ΝΑΤΟ. Η συγκυρία έχει κάτι περισσότερο από ακαδημαϊκό ενδιαφέρον, διότι τα παράπονα της Μόσχας σχετικά με το πότε η Δύση αποφάσισε να κάνει συμμάχους από τις χώρες της περιοχής παραμένει ένα καυτό ζήτημα στις αμερικανο-ρωσικές σχέσεις μέχρι σήμερα. Μερικοί μελετητές απέρριψαν την ιδέα ότι το ζήτημα προέκυψε σύντομα μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου στα τέλη του 1989, λέγοντας ότι αυτό συνέβη πολύ αργότερα, κατά την δεκαετία του '90. Ωστόσο, τα διαθέσιμα στοιχεία -συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων που ζήτησα να αποχαρακτηριστούν από την βιβλιοθήκη George HW Bush και πρόσφατα από την Προεδρική Βιβλιοθήκη Clinton [2]-δείχνουν ότι οι συζητήσεις σχετικά με τον ρόλο της συμμαχίας στην Κεντρική Ευρώπη ξεκίνησαν στις αρχές του 1990 μεταξύ κορυφαίων πολιτικών. Τα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι στις αρχές και τα μέσα της δεκαετίας του 1990, οι Τσέχοι, οι Ούγγροι και πρωτίστως οι Πολωνοί αγωνίστηκαν φωναχτά για την ένταξη, ιδιαίτερα αφότου η ομάδα Κλίντον ανέλαβε καθήκοντα.

Δεδομένου ότι η συζήτηση για την επέκταση του ΝΑΤΟ επικεντρώνεται συχνά στις αμερικανο-ρωσικές σχέσεις, αξίζει να κάνουμε μια στάση στην σημασία των ενεργειών εκείνων των χωρών και των επιθυμιών τους καθ’ όλη την διάρκεια της δεκαετίας μεταξύ του 1989 και της προσχώρησής τους. Τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήθελαν να γίνουν μέλη της Δυτικής κοινότητας και των θεσμών της -αντί να υπάρχουν σε μια γκρίζα ζώνη μεταξύ της Δύσης και της Ρωσίας- και να επαγρυπνούν έναντι μιας αναδυόμενης Ρωσίας. Τελικά τα κατάφεραν. Αλλά πρώτα, έπρεπε να ξεπεράσουν τους Δυτικούς δισταγμούς.

Στην πραγματικότητα, μια από τις πρώτες τεκμηριωμένες αναφορές [3] για την μεταψυχροπολεμική επέκταση του ΝΑΤΟ στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη ήταν ένα γερμανικό σχόλιο ότι [κάτι τέτοιο] δεν έπρεπε να συμβεί. Τον Φεβρουάριο του 1990, ο υπουργός Εξωτερικών της Δυτικής Γερμανίας, Hans-Dietrich Genscher, δήλωσε στον Βρετανό ομόλογό του ότι η Μόσχα πιθανώς θα ήθελε ως αντάλλαγμα για να επιτρέψει στην Γερμανία να ενοποιηθεί, διαβεβαιώσεις ότι η Ατλαντική Συμμαχία δεν θα κινηθεί ανατολικά, επειδή «η Σοβιετική Ένωση χρειάζεται την ασφάλεια του να γνωρίζει ότι η Ουγγαρία ... δεν θα γίνει μέρος της Δυτικής Συμμαχίας». Ο Genscher ποθούσε να ενοποιήσει την χώρα καταγωγής του -ιδίως επειδή η ιδιαίτερη πατρίδα του ήταν πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα στην Ανατολική Γερμανία- και προσπαθούσε να προλάβει όλες τις πιθανές αντιρρήσεις.

Αλλά οι κυβερνήσεις της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης είχαν τις δικές τους προτεραιότητες. Αργότερα τον ίδιο μήνα, ο υπουργός Εξωτερικών της Ουγγαρίας, Gyula Horn, δημοσίως πιθανολόγησε ότι η Ουγγαρία θα προσχωρήσει στο ΝΑΤΟ. Και σε μια συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών του Συμφώνου της Βαρσοβίας, τον Μάρτιο του 1990, όταν ο Σοβιετικός υπουργός Εξωτερικών ανέφερε την αντίθεσή του προς τη μετακίνηση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς σε όλη την Γερμανία, βρέθηκε εντελώς μόνος, χωρίς την υποστήριξη των Κεντρο-ευρωπαίων και Ανατολικο-ευρωπαίων συναδέλφων του. Διαβάζοντας τα σημάδια, ο Σοβιετικός πρεσβευτής στην Δυτική Γερμανία διαπίστωσε ότι δεν ήταν ασφαλές να στηριχθεί στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας, δεδομένου του πόσο αδύναμο ήταν. Κατά την άποψή του, η Βόννη μπορούσε ξεκάθαρα, χωρίς να ζοριστεί, να «πάρει την βοήθεια της Ουγγαρίας, της Πολωνίας και της Τσεχοσλοβακίας» προκειμένου να «επιφέρει την κατάρρευση του Συμφώνου της Βαρσοβίας το συντομότερο δυνατόν».

Ως αποτέλεσμα αυτών των συζητήσεων, μέχρι τον Μάρτιο του 1990, μια επίκαιρη αξιολόγηση είχε φθάσει στο γραφείο του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, James Baker. Σε αυτήν, το προσωπικό του υπουργού συμβούλευε επιφυλακτικότητα. Ενώ τα κράτη της Κεντρικής Ευρώπης κατανοητά αναζητούσαν καθοδήγηση σε μια ταραχώδη εποχή, το συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών μπορεί να μην ήταν στο να αναλάβουν «το βάρος της ‘οργάνωσης’ αυτής της περιοχής», έγραφε, επειδή «μόνοι μας εμείς δεν έχουμε τα μέσα, αλλά ... το ΝΑΤΟ και η ΕΚ σίγουρα τα έχουν».