Πώς η Ολλανδία έφτιαξε έναν από τους πιο σημαντικούς φορολογικούς παραδείσους του κόσμου | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς η Ολλανδία έφτιαξε έναν από τους πιο σημαντικούς φορολογικούς παραδείσους του κόσμου

Και πώς μπορεί να κλείσει

Η Ολλανδία είναι μια μικρή χώρα που έχει επιχειρήσει πάνω από το ειδικό βάρος της στην παγκόσμια οικονομία εδώ και αιώνες, πρώτα ως ναυτική αποικιακή δύναμη και αργότερα ως σημαντικό κέντρο της ευρωπαϊκής οικονομίας και εμπορίου. Ένα στοιχείο της επιτυχίας της ήταν να σχεδιάζει φορολογικούς κανόνες με γνώμονα την βελτίωση της ικανότητάς της στο να ανταγωνίζεται στο εξωτερικό. Ήδη από το 1893, η Ολλανδία είχε θέσει τις βάσεις για την τελική ανάδυσή της ως φορολογικός παράδεισος με έναν κανόνα γνωστό ως «η εξαίρεση της συμμετοχής», διασφαλίζοντας ότι τα κέρδη που μεταφέρονται από μια θυγατρική σε μια μητρική εταιρεία δεν θα φορολογούνται δύο φορές. Τελικά, ο κανόνας αυτός θα χρησίμευε για την προστασία των ολλανδικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στο εξωτερικό, των οποίων το εισόδημα στο εξωτερικό υπόκειται σε φόρους σε άλλες χώρες.

Στην δεκαετία του 1960 και του 1970, η ιδέα αυτή κατοχυρώθηκε στην ολλανδική εξωτερική πολιτική όταν η Ολλανδία άρχισε να διαπραγματεύεται φορολογικές συμβάσεις με άλλες χώρες που θα προσέφεραν πλεονέκτημα στις μεγάλες ολλανδικές επιχειρήσεις όπως η Shell, η KLM, η Unilever και η Philips. Τέτοιες συμφωνίες επιτρέπουν στις ολλανδικές εταιρείες και τους επενδυτές να διοχετεύουν στην Ολλανδία τα κέρδη που πραγματοποιούν στο εξωτερικό, αποφεύγοντας πρόσθετη διασυνοριακή φορολογία. Σε αντάλλαγμα, η χώρα όπου πραγματοποιήθηκε το κέρδος ελπίζει να ενθαρρύνει περαιτέρω άμεσες ξένες επενδύσεις. Η Ολλανδία ξεκίνησε με λίγες τέτοιες συμφωνίες, αλλά τώρα έχει περίπου 100 -πολύ περισσότερες από τον μέσο αριθμό των μελών της ΕΕ (80) και πιο κοντά σε εκείνες των πολύ μεγαλύτερων ευρωπαϊκών χωρών, όπως η Γαλλία (107).

Μια τέτοια συμφωνία ήταν ιδιαίτερα ενοχλητική: Εκείνη μεταξύ της Ολλανδίας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Σύμφωνα με τους όρους της, οι πολυεθνικές που εδρεύουν στις ΗΠΑ έχουν δημιουργήσει ολλανδικές εταιρείες που ονομάζονται περιορισμένης εταιρικής σχέσης, τις οποίες η κυβέρνηση των ΗΠΑ θεωρεί τεχνικά φορολογητέες στην Ολλανδία και ως εκ τούτου δεν υπόκεινται σε φόρους από τις ΗΠΑ -παρόλο που στην πράξη οι εταιρείες δεν φορολογούνται πραγματικά από τους Ολλανδούς. Ως αποτέλεσμα, τα κέρδη των εταιρειών αυτών δεν φορολογούνται από καμία από τις δύο χώρες. Μια έκθεση που δημοσιοποιήθηκε νωρίτερα φέτος από την Oxfam εκτιμά ότι μόνο το 2016 αυτό το «παράθυρο» επέτρεψε στις πολυεθνικές με έδρα τις ΗΠΑ όπως η Google, η Pfizer, η Nike και η Uber, να αποφύγουν να πληρώσουν φόρους επί συνολικών κερδών στο εξωτερικό ύψους άνω των 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Λειτουργώντας ως φορολογικός παράδεισος, η Ολλανδία επιτρέπει στις εταιρείες να στερούν από άλλες κυβερνήσεις τα κεφάλαια που χρειάζονται για βασικές υπηρεσίες: Υποδομές, υγειονομική περίθαλψη, εκπαίδευση κ.ο.κ. Αυτό βλάπτει τις κυβερνήσεις και τους απλούς ανθρώπους παντού, αλλά το αποτέλεσμα είναι ίσως πιο ολέθριο στις αναπτυσσόμενες χώρες, όπου οι ανάγκες είναι πιο απελπιστικές και η φορολογική βάση είναι ήδη μικρή. Πάρτε, για παράδειγμα, την βρετανο-αυστραλιανή εταιρεία εξόρυξης Rio Tinto. Όπως αποκαλύπτεται σε μια έκθεση του 2018 που συν-εκδόθηκε από το Κέντρο Έρευνας για τις Πολυεθνικές Επιχειρήσεις (SOMO), το οποίο εδρεύει στην Ολλανδία, και την OT Watch, μια ομάδα περιβαλλοντικής προστασίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Μογγολίας, η Rio Tinto χρησιμοποίησε τα τελευταία χρόνια την Ολλανδία και το Λουξεμβούργο ως φορολογικούς παραδείσους προκειμένου να μειωθούν οι φόροι που θα έπρεπε να καταβάλει για τα κέρδη που πραγματοποίησε από εξορύξεις στη Μογγολία. Με αυτόν τον τρόπο, η εταιρεία κατάφερε να μειώσει τον φορολογικό λογαριασμό της κατά 230 εκατομμύρια δολάρια -ποσό που θα μπορούσε υποθετικά να έχει επιτρέψει στην κυβέρνηση της Μογγολίας σχεδόν να διπλασιάσει τις δαπάνες της για την εκπαίδευση ή την υγειονομική περίθαλψη.

ΚΛΕΙΝΟΝΤΑΣ ΤΑ «ΠΑΡΑΘΥΡΑΚΙΑ»

Ένα κρίσιμο κομμάτι της ιστορίας της μεταμόρφωσης της Ολλανδίας σε φορολογικό παράδεισο είναι το γεγονός ότι πραγματοποιήθηκε με ευρεία υποστήριξη από όλο το πολιτικό φάσμα. Ολλανδικές κυβερνήσεις όλων των αποχρώσεων έχουν παίξει το παιχνίδι και, μέχρι πρόσφατα, υπήρξε μικρή αντίδραση από πολιτικούς θεσμούς όπως ο Τύπος ή ο ακαδημαϊκός κόσμος. Εν τω μεταξύ, ένα ευρύ φάσμα ειδικών συμφερόντων συνέβαλαν στην οικοδόμηση του ολλανδικού [φορολογικού] παραδείσου και τον προστάτεψαν από ελέγχους. Οποτεδήποτε εμφανίζονται επικρίσεις επί των ολλανδικών φορολογικών πολιτικών, οι υπερασπιστές έχουν μια αξιόπιστη απάντηση: Εάν η Ολλανδία άλλαζε τους νόμους της, θα έχανε τη μοναδική της θέση ως μια μικρή χώρα ικανή να ανταγωνίζεται στην παγκόσμια οικονομία, κάτι που θα οδηγούσε σε ελάττωση της οικονομικής και πολιτικής ισχύος της. Στην πραγματικότητα, οι καρποί του να είναι φορολογικός παράδεισος απολαμβάνονται κυρίως από ένα μικρό κομμάτι της ολλανδικής κοινωνίας: Οι περίπου 10.000 λογιστές, δικηγόροι και σύμβουλοι που απασχολούνται άμεσα ή έμμεσα με την βιομηχανία φοροαποφυγής. Η ευρύτερη ολλανδική οικονομία επωφελείται ελάχιστα: Η συντριπτική πλειοψηφία των «επενδύσεων» που δέχεται η Ολλανδία λόγω της φορολογικής της πολιτικής φεύγουν γρήγορα για άλλους φορολογικούς παραδείσους. Μια μελέτη που εκπόνησε η ολλανδική κεντρική τράπεζα το 2018 έδειξε πόσο πενιχρά είναι τα κέρδη: Το συνολικό ποσό που οι εταιρείες «γραμματοκιβωτίου» ξοδεύουν ετησίως για μισθούς και ασφάλιστρα για κυβερνητικά προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας είναι περίπου 1,1 δισεκατομμύρια δολάρια -ένα μικρό ποσό όταν εξετάζεται συγκριτικά το ετήσιο ΑΕΠ της Ολλανδίας που είναι πάνω από 820 δισεκατομμύρια δολάρια.