Γιατί αποτυγχάνει πάντα το «Μαξίμου»; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Γιατί αποτυγχάνει πάντα το «Μαξίμου»;

Οι διοικητικές, τεχνικές και λειτουργικές ανεπάρκειες του κεντρικού συστήματος εξουσίας*

Η ασφάλεια του Μεγάρου Μαξίμου είναι και αυτή ιδιαιτέρως ελλιπής και στηρίζεται αποκλειστικά στον υπερβολικά υψηλό αριθμό αστυνομικών που περιβάλλουν το κτίριο. Ωστόσο, αυτού του είδους η φύλαξη είναι αναχρονιστική· προστατεύει βέβαια τα γραφεία από κάποιον που θα προσπαθήσει να εισέλθει πεζός στο κτίριο αλλά δεν προστατεύει από κανενός άλλου είδους σύγχρονο κίνδυνο. Απέναντι στον μάλλον ιδιαίτερα απίθανο κίνδυνο της έκρηξης παγιδευμένου διερχόμενου οχήματος μέχρι την παρακολούθηση των συνομιλιών των προσώπων εντός του κτιρίου και την επίθεση στο κτίριο με ιπτάμενο drone, το Μαξίμου είναι ανοχύρωτο. Στην πρώτη περίπτωση το κτίριο δεν διαθέτει κανενός είδους «blast proof» προδιαγραφή με αποτέλεσμα οποιοσδήποτε να μπορεί να περάσει μπροστά από το κτίριο με το όχημά του και να βρεθεί μόλις μερικά μέτρα από το παράθυρο του (ισόγειου) γραφείου του Πρωθυπουργού. Στην περίπτωση του drone δεν υφίσταται ούτε καν ως σκέψη η δημιουργία ενός πλέγματος προστασίας με αντίμετρα για ενδεχόμενα μικρά ιπτάμενα αντικείμενα που μπορούν να βρεθούν ad hoc πάνω από το κτίριο. Η πλαϊνή είσοδος των επισκεπτών μοιάζει και αυτή με σύντομο ανέκδοτο ασφαλείας, με αναχρονιστικά μηχανήματα και μεθόδους ελέγχου των επισκεπτών, τύπου face control και έλεγχο ταυτότητας. Όποιος έχει περάσει από τον έλεγχο ασφαλείας της Αμερικανικής Πρεσβείας στην Αθήνα έχει διαπιστώσει ότι η ασφάλεια είναι κλάσεις ανώτερη, ενώ είναι προφανές ότι το σύστημα εξουσίας στο Μαξίμου, σε σχέση με την χώρα, την Ελλάδα, έχει ασύγκριτα περισσότερους κινδύνους και δυνατότητες απ’ ό,τι η οποιαδήποτε πρεσβεία. Συνεπώς, πρόκειται και εδώ για μια σημαντική αντίφαση που έχει να κάνει με τον επαγγελματισμό τής διαχείρισης αυτού του σημαντικού θέματος και εν τέλει με την ίδια την εικόνα της χώρας που δείχνει απολύτως μη σοβαρή σε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα.

Προτού περάσουμε στο θέμα των τηλεπικοινωνιών και της διοικητικής οργάνωσης πρέπει να μιλήσουμε για ένα ακόμη ζήτημα, αυτό των περιβαλλόντων χώρων. Όποιος έχει περπατήσει στους χώρους του Μαξίμου, έχει μπει στο γραφείο του Πρωθυπουργού και έχει κοιτάξει από τα παράθυρα ή έχει ανέβει στην ταράτσα του κτιρίου θα έχει διαπιστώσει ότι το κτίριο περιβάλλεται από άλλα μεγάλα ιδιόκτητα κτίρια, τα οποία συνιστούν δυνητική απειλή ασφαλείας. Ακριβώς απέναντι από τα παράθυρα του γραφείου του Πρωθυπουργού βρίσκονται παράθυρα διαμερισμάτων μέσα στα οποία δεν γνωρίζει κανείς ποιος ή τι βρίσκεται, ενδεχομένως δε να μη γνωρίζει ούτε καν τον ιδιοκτήτη τους. Η «θέα» της ταράτσας είναι εξίσου «επικίνδυνη» με πολλά κτίρια και διαμερίσματα αγνώστου ιδιοκτήτη να περιβάλλουν ασφυκτικά το Μαξίμου και να αποτελούν δυνητική τρύπα ασφαλείας. Δεν δημιουργεί άλλωστε έκπληξη το γεγονός ότι όλοι σχεδόν οι ένοικοι του Μαξίμου διαμαρτύρονται ότι διαρρέουν πληροφορίες τις οποίες έχουν ακούσει λίγοι άνθρωποι, κάποιες φορές δε μόνον δύο, εκείνοι και ο Πρωθυπουργός. Ελλείψει μέτρων ασφαλείας, όπως ειδικές μεμβράνες στα τζάμια, ηλεκτρονικά αντίμετρα και ειδικές μονώσεις στους τοίχους, είναι δυνατόν σε όποιον επιθυμεί να επενδύσει σε σύγχρονες μεθόδους υποκλοπής (οι οποίες στην συγκεκριμένη περίπτωση θα στοίχιζαν λιγότερο από ένα εκατομμύριο ευρώ) να υποκλέψει με σχετική άνεση συνομιλίες που πραγματοποιούνται μέσα στο κτίριο. Επιπλέον, υπό ορισμένες περιστάσεις υπάρχει η δυνατότητα ακόμα και για οπτική επαφή, καθώς το Μέγαρο, όπως είπαμε, περιβάλλεται από πλήθος κτιρίων που συνιστούν δυνητικούς κινδύνους ασφαλείας.

Μια ακόμα σημαντική κτιριοδομική έλλειψη είναι το δωμάτιο ασφαλείας. Σε κάθε σοβαρό σύστημα εξουσίας, ακόμα και σε επιχειρήσεις, υπάρχει ένα κλειστό και ασφαλές από κάθε άποψη δωμάτιο, συνήθως σε υπόγειο χώρο, στο οποίο μπορούν να πραγματοποιηθούν άκρως απόρρητες συζητήσεις για πολύ σημαντικά εθνικά θέματα. Σε αυτό το δωμάτιο εισέρχεται κανείς μετά από εξονυχιστικό και ενδελεχή σωματικό έλεγχο ασφαλείας και αφού έχει αφήσει στην είσοδο κάθε είδους συσκευή. Επιπλέον, ο χώρος δεν διαθέτει καμία μη πιστοποιημένη συσκευή και φυλάσσεται όλο το εικοσιτετράωρο. Αντιθέτως, στο δικό μας σύστημα εξουσίας τα άτομα που συζητούν με τον Πρωθυπουργό εισέρχονται σε άκρως απόρρητες συσκέψεις με τα κινητά τους τηλέφωνα… Στο Μέγαρο Μαξίμου δεν υπάρχει ούτε καν το αυτονόητο που υπάρχει παντού στον κόσμο, ακόμα και σε πρεσβείες: Ειδικός χώρος εναπόθεσης των κινητών τηλεφώνων των καλεσμένων. Πουθενά στον «αναπτυγμένο» κόσμο δεν εισέρχεσαι σε πρεσβεία ή σε Υπουργείο για υψηλόβαθμη σύσκεψη με το κινητό ανά χείρας, πόσω μάλλον στο γραφείο του Πρωθυπουργού.

ΤΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΤΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ

Τώρα, ας περάσουμε σε ένα ακόμα ευαίσθητο ζήτημα, αυτό των τηλεπικοινωνιών και του απορρήτου των συνομιλιών. Στην Ελλάδα έχουμε συνηθίσει να φτιάχνουμε ωραίες διοικητικές δομές με βαρείς τίτλους, οι οποίες, όμως, τελικά δεν αποδίδουν τίποτε, είτε γιατί δεν έχουν τα μέσα, είτε γιατί δεν έχουν τις αρμοδιότητες, είτε γιατί δεν έχουν την σωστή εποπτεία για την επίτευξη των στόχων τους. Στην χώρα μας έχουμε ανεξάρτητες Αρχές και μυστικές Υπηρεσίες το αποτύπωμα των οποίων στην διαφύλαξη του απορρήτου των επικοινωνιών είναι μικρό έως ανύπαρκτο. Άλλωστε, το σκάνδαλο της παρακολούθησης του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή από το κέντρο της Vodafone μέσω προγράμματος υποκλοπής που είχε αναπτυχθεί απομακρυσμένα από την Eriksson δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με την σειρά. Η κουλτούρα των προσώπων υψηλού ενδιαφέροντος όσον αφορά την ασφάλεια του απορρήτου των τηλεπικοινωνιών είναι εντελώς ανύπαρκτη, ενώ το ίδιο συμβαίνει και στις Υπηρεσίες Ασφαλείας, οι οποίες δεν έχουν ούτε οδηγίες ούτε δυνατότητες να αντιμετωπίσουν αυτό το πολύ σημαντικό ζήτημα. Ένα ζήτημα που εν τέλει συνιστά παράδοση μέρους της εθνικής κυριαρχίας σε κάθε είδους ξένα ή εγχώρια συμφέροντα. Η υφιστάμενη κατάσταση υποδηλώνει συνάμα σε όλους τους ξένους, συμμάχους μας ή μη, ότι η χώρα δεν είναι σοβαρή, ότι «μπάζει από παντού» και αιμορραγεί κρίσιμες για την ασφάλειά μας πληροφορίες.