Η κουρδική αφύπνιση | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η κουρδική αφύπνιση

Ενότητα, προδοσία, και το μέλλον της Μέσης Ανατολής*

Ωστόσο, τα κουρδικά αιτήματα για ανεξαρτησία δεν εξαφανίστηκαν. Κατά την διάρκεια του εικοστού αιώνα, οι κουρδικές εξεγέρσεις, συχνά υποστηριζόμενες από αντίπαλα κράτη, ξέσπασαν σχεδόν σε κάθε χώρα που είχε σημαντικό κουρδικό πληθυσμό. Η Τουρκία συνέτριψε τις κουρδικές εξεγέρσεις το 1925, το 1930 και το 1937. Στην συνέχεια, στα μέσα της δεκαετίας του '80, το PKK ξεκίνησε μια ένοπλη εξέγερση στην Τουρκία που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Στο Ιράν το 1946, οι υποστηριζόμενοι από την Σοβιετική Ένωση Κούρδοι ίδρυσαν την πρώτη αυθεντική κουρδική κυβέρνηση, την ανεξάρτητη Δημοκρατία του Μαχαμπάντ, η οποία διήρκεσε ένα χρόνο πριν καταρρεύσει, αφού η Μόσχα απέσυρε την υποστήριξή της. Οι Ιρακινοί Κούρδοι επίσης επαναστάτησαν συχνά κατά της κεντρικής κυβέρνησής τους. Υποστηριζόμενοι από τον σάχη του Ιράν, πολέμησαν δύο μάχες κατά της Βαγδάτης κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1960 και της δεκαετίας του 1970, μόνο για να νικηθούν το 1975, αφότου ο σάχης συνήψε μια συμφωνία με τον Ιρακινό αυταρχικό Σαντάμ Χουσεΐν, εγκαταλείποντας τους Κούρδους στη μοίρα τους.

03122019-2.jpg

Μια διαδήλωση υπέρ της ανεξαρτησίας, στην Erbil, στο Ιράκ, τον Σεπτέμβριο του 2017. Ahmed Jadallah/REUTERS
------------------------------------------------------------------------

Αυτή η αναταραχή σήμαινε ότι για κάθε ένα από τα τέσσερα κράτη με μεγάλη κουρδική μειονότητα, η καταστολή του κουρδικού εθνικισμού υπήρξε πρωταρχικός πολιτικός στόχος. Το νέο τουρκικό κράτος υπό τον πρόεδρο Κεμάλ Ατατούρκ απαγόρευσε την χρήση της κουρδικής γλώσσας το 1924 και με την πάροδο του χρόνου εισήγαγε δρακόντεια κυριαρχία στις κουρδικές περιοχές, καίγοντας χωριά, εκτοπίζοντας ανθρώπους και κατάσχοντας τις περιουσίες τους. (Παρά το γεγονός ότι η αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών ήταν πάντα βέβαιες ότι η Τουρκία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε πρόκληση θέτουν οι Κούρδοι, η έκθεση της CIA του 1971 παραδέχτηκε ότι οι τουρκικές πολιτικές, ειδικά εκείνες που εμποδίζουν την χρήση της κουρδικής γλώσσας, αποτελούσαν την ρίζα της κουρδικής αναταραχής). Το Ιράν, ομοίως, απαγόρευσε κουρδικές διαλέκτους την δεκαετία του 1930. Στην Συρία, η κεντρική κυβέρνηση όχι μόνο απαγόρευσε την διδασκαλία και εκμάθηση κουρδικών, αλλά επίσης έβαλε περιορισμούς στην κουρδική ιδιοκτησία γης. Και ξεκινώντας την δεκαετία του 1960, η Δαμασκός ανακάλεσε την ιθαγένεια δεκάδων χιλιάδων Σύρων Κούρδων, καθιστώντας τους ανιθαγενείς. Σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, οι κουρδικές περιοχές παραμελήθηκαν οικονομικά και περιθωριοποιήθηκαν.

Απέναντι σε αυτήν την καταστολή, οι Κούρδοι κατάφεραν να διατηρήσουν και ακόμη και να ενισχύσουν την ταυτότητά τους σε ολόκληρες γενιές. Όπως έχει παρατηρήσει ο Κούρδος μελετητής Hamit Bozarslan, οι Κούρδοι αντιμετωπίζονται ως μειονότητα από τις κυβερνήσεις του Ιράν, του Ιράκ, της Συρίας και της Τουρκίας, αλλά δεν θεωρούν τον εαυτό τους ως τέτοια. Είναι μια πλειοψηφία στην πατρίδα τους, το Κουρδιστάν, το οποίο μόνο μέσω ενός ατυχήματος γεωπολιτικής ιστορίας έχει γίνει προσάρτημα από άλλα κράτη. Και είναι το σύγχρονο κρατικό σύστημα της Μέσης Ανατολής που, ιστορικά, αποτέλεσε το κύριο εμπόδιο στις κουρδικές εθνικές φιλοδοξίες. Μια προφητική έκθεση πληροφοριών της CIA το 1960 ισχυρίστηκε ότι οι Κούρδοι του Ιράν και του Ιράκ είχαν όλα τα απαραίτητα στοιχεία για αυτονομία -στρατιωτική ισχύ, ηγεσία και δυνατότητα υλικής υποστήριξης από μια εξωτερική δύναμη, την Σοβιετική Ένωση. «Μόνο η σχετική σταθερότητα των μητρικών κυβερνήσεων», ανέφερε η έκθεση, «εμποδίζει την ενεργή κουρδική αυτονόμηση».

ΔΥΟ ΒΗΜΑΤΑ ΜΠΡΟΣΤΑ, ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΠΙΣΩ

Για το μεγαλύτερο μέρος του εικοστού αιώνα, η μόνη δυνατή οδός προς την κουρδική αυτονομία (ή ανεξαρτησία, επίσης) διέρχεται από μια αποτυχία κράτους. Και στην πραγματικότητα, αυτό ακριβώς συνέβη τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Εάν οι Κούρδοι σήμερα έχουν μια αίσθηση ελπίδας στο Ιράκ και την Συρία, οφείλεται στην κατάρρευση της εξουσίας στην Βαγδάτη και στην Δαμασκό. Ειδικότερα, οι ενέργειες των Ηνωμένων Πολιτειών -η στήριξη των Κούρδων μετά τον Πόλεμο του Περσικού Κόλπου, η ανατροπή του Σαντάμ το 2003 και η επακόλουθη κατοχή του Ιράκ, καθώς και οι πιο πρόσφατες προσπάθειές τους για την καταπολέμηση του ISIS στην Συρία- δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την αναβίωση των κουρδικών πολιτικών προσδοκιών. Η Ουάσινγκτον, ακούσια και στην υπηρεσία των δικών της στρατηγικών αναγκών, έχει εκμαιεύσει τον κουρδικό εθνικισμό.

Η αμερικανική στρατιωτική και πολιτική εμπλοκή με τους Κούρδους ξεκίνησε στα σοβαρά με τον πόλεμο του Κόλπου του 1990-91. Αφότου ο ιρακινός στρατός εκδιώχθηκε από το Κουβέιτ, έστρεψε τα όπλα του στους Κούρδους και τους Σιίτες που είχαν ανταποκριθεί στην έκκληση του προέδρου των ΗΠΑ, George H. W. Bush, να εξεγερθούν εναντίον της Βαγδάτης.

Αντιμέτωπες με την πιθανότητα μιας ανθρωπιστικής κρίσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες, με την υποστήριξη της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, ανακήρυξαν μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων στις κουρδικές περιοχές του βορείου Ιράκ. Προστατευμένοι από την ζώνη απαγόρευσης πτήσεων, οι Ιρακινοί Κούρδοι μπόρεσαν να χαράξουν [πορεία για] περιφερειακή αυτονομία, ιδρύοντας την KRG το 1992. Το ιρακινό Κουρδιστάν έγινε προπύργιο του φιλοαμερικανικού κλίματος στην χώρα, ιδιαίτερα μετά την εισβολή των Ηνωμένων Πολιτειών το 2003, παροτρύνοντας για περαιτέρω συνεργασία ΗΠΑ-Κούρδων Οι κουρδικές δυνάμεις συμμάχησαν με τα στρατεύματα των ΗΠΑ στον αρχικό πόλεμο εναντίον του Σαντάμ και τα επόμενα χρόνια το ιρακινό Κουρδιστάν παρείχε μια άγκυρα σταθερότητας καθώς η υπόλοιπη χώρα διολίσθαινε σε εμφύλιο πόλεμο.