Ο επικείμενος φορολογικός πόλεμος | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο επικείμενος φορολογικός πόλεμος

Ένα παρακμάζον διεθνές φορολογικό καθεστώς απειλεί την παγκόσμια οικονομία
Περίληψη: 

Μια 100ετής συναίνεση σχετικά με τον τρόπο διαχείρισης της διεθνούς φορολογίας έχει διαβρωθεί, με δυνητικά εκτεταμένες συνέπειες. Ελλείψει σαφήνειας και συναίνεσης, το διασυνοριακό εισόδημα θα μπορούσε να υπόκειται σε διπλή ή πολλαπλή φορολογία. Οι πολυεθνικές εταιρείες, τότε, θα οπισθοχωρήσουν από το εμπόριο και τις επενδύσεις. Βραχυπρόθεσμα, η παγκόσμια οικονομία θα μπορούσε να επιβραδυνθεί. Μακροπρόθεσμα, θα μπορούσε να χτυπηθεί σκληρά.

Ο ITAI GRINBERG είναι καθηγητής Δικαίου στο Νομικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Georgetown. Υπηρέτησε ως αξιωματούχος στο Γραφείο Διεθνούς Φορολογικού Συμβούλου στο Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ στις διοικήσεις George W. Bush και Barack Obama και ως Σύμβουλος στην Προεδρική Συμβουλευτική Ομάδα το 2005 για την Ομοσπονδιακή Φορολογική Μεταρρύθμιση.

Ενώ ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών προκάλεσε πρωτοσέλιδα και οδήγησε σε ανησυχίες της αγοράς κατά το παρελθόν έτος, μια εξίσου μεγάλη απειλή για την παγκόσμια οικονομία δεν έχει λάβει αρκετή προσοχή: Ένας επικείμενος φορολογικός πόλεμος. Στις αρχές του εικοστού αιώνα, οι χώρες συμφώνησαν σε μεγάλο βαθμό για το πώς να φορολογούν τα εισοδήματα των πολυεθνικών εταιρειών που διεξάγουν διασυνοριακές δραστηριότητες. Αλλά αυτό το μακρόχρονο καθεστώς διαλύεται, θέτοντας σε κίνδυνο την ευρύτερη διεθνή οικονομική τάξη.

03022020-1.jpg

Στο κέντρο παραγγελιών της Amazon στο Saran, στην Γαλλία, τον Ιούνιο του 2011. Vincent Boisot / Riva Press / Redux
-----------------------------------------------------------

Το ισχύον σύστημα, το οποίο καθιερώθηκε με δεκαετίες πρακτικής και κανόνων, παρέχει μια βάση για τον προσδιορισμό του ποια χώρα μπορεί να φορολογήσει εισόδημα που αποκτάται σε μια δικαιοδοσία από μια επιχείρηση που εδρεύει σε μια άλλη χώρα. Το καθεστώς στηρίζεται σε κανόνες που ορίζονται στην εγχώρια φορολογική νομοθεσία καθώς και σε ένα συνονθύλευμα σχεδόν 4.000 διμερών συνθηκών. Για δεκαετίες, το σύστημα ήταν σταθερό και αρκετά λειτουργικό ώστε κανένας άλλος εκτός από τους δικηγόρους διεθνούς φορολογίας δεν μιλούσε γι' αυτό.

Ωστόσο, η ψηφιακή εποχή δημιούργησε νέες ανησυχίες για αυτούς τους παλαιόθεν καθιερωμένους κανόνες. Το Διαδίκτυο και η πρόοδος στον τομέα των τηλεπικοινωνιών έχουν ανοίξει τον δρόμο στις επιχειρήσεις ώστε να συμμετέχουν ουσιαστικά στην οικονομική ζωή των χωρών όπου δεν έχουν φυσική παρουσία -και να το κάνουν χωρίς να πληρώνουν σημαντικούς φόρους εισοδήματος στις χώρες αυτές. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ειδικά η γαλλική κυβέρνηση, προσπάθησαν να επιβάλουν φόρους ψηφιακών υπηρεσιών στις γιγαντιαίες τεχνολογικές εταιρείες. Οι προσπάθειές τους έχουν ενοχλήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες βλέπουν τέτοιους νέους φόρους ως αθέμιτη διάκριση κατά των αμερικανικών εταιρειών.

Άλλοι επικριτές πιστεύουν ότι η βασική αρχιτεκτονική του διεθνούς φορολογικού καθεστώτος είναι ένα λείψανο μιας παλαιότερης εποχής. Οι υπηρεσίες και η πνευματική ιδιοκτησία αποτελούν ένα αυξανόμενο ποσοστό της παγκόσμιας οικονομίας. Η Κίνα, η Ινδία και άλλες αναδυόμενες αγορές αναδιαμορφώνουν την οικονομική τάξη. Ειδικά από την οπτική των αναδυόμενων οικονομιών της αγοράς, αυτές οι μετατοπίσεις θέτουν υπό αμφισβήτηση την δομή και την χρησιμότητα των φορολογικών συμφωνιών που επετεύχθησαν εδώ και πολύ καιρό σε έναν πολύ διαφορετικό κόσμο.

Ως αποτέλεσμα, μια 100ετής συναίνεση σχετικά με τον τρόπο διαχείρισης της διεθνούς φορολογίας έχει διαβρωθεί, με δυνητικά εκτεταμένες συνέπειες. Ελλείψει σαφήνειας και συναίνεσης, το διασυνοριακό εισόδημα θα μπορούσε να υπόκειται σε διπλή ή πολλαπλή φορολογία. Οι πολυεθνικές εταιρείες, τότε, θα οπισθοχωρήσουν από το εμπόριο και τις επενδύσεις. Το αποτέλεσμα αυτών των μειωμένων συναλλαγών θα εξαπλωνόταν πολύ πέρα από τις μεγάλες εταιρείες και τους μετόχους τους, επειδή η δραστηριότητα των πολυεθνικών είναι η ραχοκοκαλιά της επιτυχίας της παγκοσμιοποίησης. Βραχυπρόθεσμα, η παγκόσμια οικονομία θα μπορούσε να επιβραδυνθεί και σε κάποιες περιπτώσεις να υποχωρήσει σε στασιμότητα ή και σε ύφεση. Και μακροπρόθεσμα, η παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα θα μπορούσε να χτυπηθεί σκληρά.

Η ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΨΗΦΙΑΚΟΥΣ ΦΟΡΟΥΣ

Τον περασμένο Ιούλιο, η Γαλλία θέσπισε έναν φόρο ψηφιακών υπηρεσιών (digital services tax) [1] που στόχευε σε μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες. Ο γαλλικός φόρος επιβάλλεται με συντελεστή 3% επί των ακαθάριστων εσόδων από ψηφιακές δραστηριότητες που αφορούν Γάλλους χρήστες, καθώς και επί εσόδων από την πώληση ψηφιακής διαφήμισης ή την παροχή υπηρεσιών διαμεσολάβησης μέσω διαδικτύου (όπως η κοινή χρήση αυτοκινήτων) στην Γαλλία. Το 3% ακούγονται χαμηλό έως ότου κάποιος σκεφθεί ότι πρόκειται για φόρο επί των ακαθάριστων εσόδων και όχι επί του καθαρού εισοδήματος. Για μια επιχείρηση με περιθώριο κέρδους 12%, ένας φόρος 3% επί των ακαθάριστων εσόδων ισοδυναμεί με φόρο 25% επί του καθαρού εισοδήματος. Η Ιταλία εφάρμοσε παρόμοιο ψηφιακό φόρο στις αρχές Ιανουαρίου. Και σχεδόν 40 άλλες χώρες, όπως η Αυστραλία, η Ινδία, το Μεξικό, η Νέα Ζηλανδία, η Νότια Κορέα, η Ισπανία, η Τουρκία και το Ηνωμένο Βασίλειο, βρίσκονται σε διάφορα στάδια εξέτασης ή θέσπισης φόρων του ίδιου είδους.

Οι περισσότεροι από αυτούς τους φόρους ισχύουν μόνο για εταιρείες με παγκόσμια έσοδα που ξεπερνούν ένα υψηλό όριο, συχνά πλησιάζοντας το 1 δισεκατομμύριο δολάρια. Όπως έχουν προταθεί και θεσπιστεί, αυτοί οι ψηφιακοί φόροι γενικώς εφαρμόζονται μόνο σε πλατφόρμες μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ηλεκτρονικές μηχανές αναζήτησης και ηλεκτρονικές αγορές, με μια ειδική εξαίρεση για τις ηλεκτρονικές χρηματοοικονομικές αγορές. Η στενή και επιλεκτική εμβέλεια αυτών των φόρων είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί, επειδή ολόκληρη η παγκόσμια οικονομία ψηφιοποιείται. Ο διαχωρισμός της ψηφιακής οικονομίας από την υπόλοιπη οικονομία δεν έχει λογική συνοχή.

Όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, έγραψε στο Twitter [2] τον Ιούλιο ότι «η Γαλλία μόλις έβαλε έναν ψηφιακό φόρο στις σπουδαίες μας αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας», είχε δίκιο να είναι αγανακτισμένος. Ο στενός ορισμός του είδους των επιχειρήσεων που θα καλύπτει ο φόρος, σε συνδυασμό με τα κατώφλια εισοδήματος, στόχευε χειρουργικά εταιρείες που εδρεύουν στις ΗΠΑ, όπως η Amazon, η Facebook και η Google. Οι ευρωπαϊκές ψηφιακές νεοσύστατες εταιρείες, από την άλλη πλευρά, εσκεμμένα κρατήθηκαν απ’ έξω.