Ήρθε η ώρα να στηριχθεί η Συριακή Εθνική Συμμαχία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ήρθε η ώρα να στηριχθεί η Συριακή Εθνική Συμμαχία

Όπλα για την ειρήνη…
Περίληψη: 

Για διάφορους σημαντικούς λόγους, αυτοί που παίρνουν τις αποφάσεις στην Δύση, μέχρι τώρα έχουν απορρίψει την ιδέα του πλήρους εξοπλισμού της συριακής αντιπολίτευσης. Αλλά τα γεγονότα εκεί ολοένα και υπερβαίνουν αυτά τα επιχειρήματα και η πιθανότητα για τον πλήρη εξοπλισμό των ανταρτών γίνεται ισχυρότερη από μήνα σε μήνα.

Ο MICHAEL BRÖNING είναι αναλυτής Μέση Ανατολής στο Friedrich-Ebert- Stiftung, ένα πολιτικό ίδρυμα με έδρα στο Βερολίνο, το οποίο συνεργάζεται με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας. Αυτό το άρθρο εκφράζει τις προσωπικές του απόψεις.

Η σύγκρουση στην Συρία κρατάει ήδη σχεδόν δύο χρόνια. Περισσότεροι από 40.000 Σύριοι έχουν χάσει τη ζωή τους, περίπου μισό εκατομμύριο εκτιμάται ότι έχουν εγκαταλείψει τη χώρα και η βία δεν δείχνει να υποχωρεί. Πρόσφατα, οι επαναστατικές δυνάμεις φαίνεται να έχουν αποκτήσει το πάνω χέρι στη σύγκρουση και έχουν άμεσο έλεγχο περίπου στο 40% της χώρας. Έχουν φέρει τη μάχη μέχρι «την πόρτα» του προέδρου της Συρίας Μπασάρ αλ-Άσσαντ, μερικές φορές κλείνοντας το αεροδρόμιο της Δαμασκού. Αλλά ο Άσσαντ παραμένει στην εξουσία και αντέδρασε στις ενέργειες των ανταρτών με το να γίνεται σταθερά πιο βίαιος και, μάλιστα, πρόσφατα εκτοξεύοντας βαλλιστικούς πυραύλους, τύπου Σκουντ, εναντίον των αντιπάλων του.

Οι αυθεντικοί διαμαρτυρόμενοι κατά του Άσσαντ, οι οποίοι ήταν σε μεγάλο βαθμό ειρηνικοί και συγκρατούνταν από το να ζητούν την ανατροπή του καθεστώτος, βρέθηκαν στο περιθώριο πολύ καιρό πριν από την κλιμάκωση του πολέμου. Το Ιράν και η Χεζμπολάχ έχουν δώσει όπλα στον συριακό στρατό και δωρητές από την Σαουδική Αραβία και τον Κόλπο στέλνουν σταθερά προμήθειες πυρομαχικών - ως επί το πλείστον μικρά όπλα - στην αντιπολίτευση. Η υποστήριξη αυτή έχει φτάσει κυρίως στις πιο ακραίες ομάδες, με τις οποίες οι δωρητές είναι περισσότερο ευθυγραμμισμένοι ιδεολογικά και πολιτικά [1]. Την περασμένη εβδομάδα, μια τέτοια ομάδα, η Τζαμπχάτ αλ Νούσρα που συνδέεται με την αλ Κάιντα, φέρεται να ήταν σε θέση να καταλάβει το κέντρο διοίκησης του 111ου συντάγματος του συριακού στρατού. Η κίνηση αυτή ήταν ένα πλήγμα για το καθεστώς Άσσαντ, αλλά επίσης και μια ένδειξη του βαθμού στον οποίο οι πιο μετριοπαθείς αντάρτες της Συρίας έχουν επισκιαστεί από τις εντυπωσιακές επιτυχίες των πιο ριζοσπαστικών ομάδων. Σήμερα, οι μετριοπαθείς είναι οι μόνες δυνάμεις της χώρας, που δεν διαθέτουν μια σταθερή ροή ξένων όπλων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αρνηθεί να στείλουν όπλα απ’ ευθείας στους μαχητές. Φοβούμενοι την απόλυτη απαξίωση, οι μετριοπαθείς ομάδες έχουν επανειλημμένα καλέσει τη Δύση [2] να τους παράσχει τα όπλα που χρειάζονται για να ανατρέψουν τον Άσσαντ.

Για διάφορους σημαντικούς λόγους, αυτοί που λαμβάνουν τις αποφάσεις στην Δύση έχουν απορρίψει κάθε ιδέα πλήρους εξοπλισμού της συριακής αντιπολίτευσης. Πρώτον, το φάσμα των ομάδων της αντιπολίτευσης στη Συρία φαινόταν πολύ διασπασμένο και οι ιδεολογικοί προσανατολισμοί του πάρα πολύ θολοί ώστε να αξίζουν υποστήριξη. Δεύτερον, οι πολιτικοί ανησυχούν ότι η στήριξη σε μία πλευρά της συριακής σύγκρουσης θα επιδεινώσει τη βία, που εδώ και μήνες ήταν σχετικά συγκρατημένη. Πολλοί φοβούνται ότι εξοπλίζοντας τις ομάδες της αντιπολίτευσης, θα κλείσει ουσιαστικά η πόρτα για διαπραγματεύσεις με το καθεστώς. Τρίτον, τα επακόλουθα της επέμβασης στη Λιβύη, από την επίθεση στο προξενείο των ΗΠΑ στη Βεγγάζη έως την διάχυτη ανομία και διαφθορά [3], ήταν αφυπνιστικές υπενθυμίσεις των προκλήσεων που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν το τέλος των εχθροπραξιών. Παρά το γεγονός ότι οι Λίβυοι αντάρτες κατάφεραν να ανατρέψουν το καθεστώς Καντάφι, ήταν λιγότερο επιτυχείς στον έλεγχο - ή απρόθυμοι να ελέγξουν - την διασπορά των όπλων μετά τη νίκη τους.

Αυτή η επιχειρηματολογία παραμένει κάπως καταναγκαστική. Και αναμφισβήτητα, δεν υπάρχει εύκολος τρόπος να ξεφύγει κανείς από το γεγονός ότι η παράδοση όπλων στις δυνάμεις της αντιπολίτευσης συμβαδίζει με την απώλεια του άμεσου ελέγχου του στρατιωτικού υλικού. Αλλά τα γεγονότα στην χώρα ολοένα και ξεπερνούν τα επιχειρήματα ενάντια στην υποστήριξη των δυνάμεων κατά του Άσσαντ και η πιθανότητα εξοπλισμού των ανταρτών γίνεται ισχυρότερη από μήνα σε μήνα.

Οι επικριτές μιας πιο ενεργούς υποστήριξης στην αντιπολίτευση κατήγγειλαν εδώ και καιρό την έλλειψη ενός συνεκτικού αντιπολιτευτικού σώματος που θα μπορούσε να συνενώσει τους διάφορους πολιτικούς και στρατιωτικούς αντιπάλους του καθεστώτος. Αλλά τώρα, η νεοσύστατη Συριακή Εθνική Συμμαχία των Επαναστατικών και Αντιπολιτευτικών Δυνάμεων, η οποία ιδρύθηκε με την βοήθεια των ΗΠΑ το Νοέμβριο στο Κατάρ, έχει κάνει ακριβώς αυτό. Επιπλέον, σε μια συνάντηση στο Μαρακές στις αρχές του περασμένου μήνα, οι Φίλοι της Συρίας - μια ομάδα με πάνω από 90 χώρες, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών - αναγνώρισαν την Εθνική Συμμαχία ως την νόμιμη κυβέρνηση της Συρίας. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα χαιρέτισε την Εθνική Συμμαχία ως «το νόμιμο εκπρόσωπο του λαού της Συρίας σε αντίθεση με το καθεστώς Άσσαντ».

Η Εθνική Συμμαχία έτσι, αντικατέστησε πλήρως τον απογοητευτικό και αναποτελεσματικό προκάτοχό της, το Συριακό Εθνικό Συμβούλιο, αν και ένας σημαντικός αριθμός εκπροσώπων από το Συμβούλιο θα συνεχίσουν να υπηρετούν στον νέο συνασπισμό. Οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης επίσης, φαίνεται να έχουν σημειώσει κάποια πρόοδο προς την ενοποίηση των χιλιάδων ενόπλων ομάδων που αντιμετωπίζουν τον Άσσαντ. Την περασμένη εβδομάδα, στην Αττάλεια της Τουρκίας, 500 αντιπρόσωποι από διάφορες συριακές ένοπλες ομάδες δημιούργησαν το Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο, ένα εκλεγμένο σώμα 30 εκπροσώπων από τις τάξεις τους. Η σχέση μεταξύ της Εθνικής Συμμαχίας και του Ανώτατου Στρατιωτικού Συμβουλίου εξακολουθεί να εξελίσσεται και το συμβούλιο αντιμετωπίζει δυσκολίες στο να κερδίσει την πλήρη αποδοχή από τις μετριοπαθείς δυνάμεις. Αλλά το γεγονός ότι υπάρχει μια ομάδα «ομπρέλα» της αντιπολίτευσης πλέον αναγνωρίζεται στο εξωτερικό και αλλάζει τις παραμέτρους της σύγκρουσης.