Το τέλος των Ερντογαν-ομικών | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το τέλος των Ερντογαν-ομικών

Ο Τούρκος πρωθυπουργός χάνει τη μάχη για φθηνές πιστώσεις

Υπάρχουν επίσης αυξανόμενες ανησυχίες ότι ο νέος πλούτος κατασπαταλήθηκε. Μια έρευνα για διαφθορά που ξεκίνησε τον Δεκέμβριο έχει έκτοτε ανασύρει αποδείξεις για μίζες, στημένες προσφορές και ύποπτες διασυνδέσεις μεταξύ του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) του Ερντογάν και της κατασκευαστικής βιομηχανίας τής Τουρκίας, αν και το ταχέως μεταβαλλόμενο τοπίο των τουρκικών πόλεων - που τώρα λάμπει με άρτι χτισμένα συγκροτήματα κατοικιών, κτίρια γραφείων και εμπορικά κέντρα, και η συνέχιση της κατασκευής τεράστιων έργων υποδομής του δημοσίου - παρείχε ήδη αφθονία υποψιών.

Εν τω μεταξύ, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις έχουν μείνει πίσω. Ο αυξανόμενος πληθυσμός τής Τουρκίας παραδοσιακά χρησιμοποιείται ως το οικονομικό πλεονέκτημα της χώρας, αλλά οι πρόσφατες αναλύσεις υποδηλώνουν ότι η προοπτική του έχει παραμεληθεί. Σε μια έρευνα του 2012 [2], η Τουρκία τοποθετείται 44η από 65 χώρες στα μαθηματικά, την ανάγνωση και τις επιστημονικές δεξιότητες των 15χρονων. Η μέση διάρκεια της σχολικής εκπαίδευσης για τους Τούρκους ηλικίας 25 ετών παραμένει μόλις 6,5 χρόνια, τοποθετώντας την στο κάτω μισό των 187 χωρών που μελετήθηκαν από τον Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης του ΟΗΕ το 2013 [3]. Ίσως η μεγαλύτερη τροχοπέδη για την αειφόρο ανάπτυξη είναι το θλιβερά χαμηλό ποσοστό συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό δυναμικό. Στο 29%, είναι περίπου το μισό τού μέσου όρου τού ΟΟΣΑ.

Χωρίς περαιτέρω μεταρρυθμίσεις στον τομέα τής εκπαίδευσης, της εργασίας και των δικαιωμάτων των γυναικών, καθώς και των επενδύσεων σε εξαγωγικούς τομείς υψηλής τεχνολογίας και χωρίς βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος, μια πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ [4] προειδοποιεί ότι η Τουρκία θα είναι δύσκολο να παράγει ανάπτυξη άνω του 3% ανά έτος, πολύ λιγότερο δε να πετύχει τον στόχο τού Ερντογάν να καταστεί μια από τις δέκα μεγαλύτερες οικονομίες τού κόσμου μέχρι το 2023. «Το καταναλωτικό οικονομικό μοντέλο τής Τουρκίας δεν μπορεί να στηρίξει σταθερά υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης», καταλήγει μια άλλη μελέτη [5], «υπονομευμένη [όπως είναι] από χαμηλές επενδύσεις και ποσοστά αποταμίευσης, περιορισμένη εξαγωγική κουλτούρα, διάχυτη ανισότητα των φύλων και αναποτελεσματική χρήση του “δημογραφικού της μερίσματος”».

Με τα χρόνια τής εκρηκτικής ανάπτυξης πίσω της, η Τουρκία μπορεί να έχει χάσει μια χρυσή ευκαιρία για την αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων, λέει ο Ugur Gurses, ένας αρθρογράφος για την οικονομία στην τουρκική εφημερίδα Radikal. «Οι αναδυόμενες αγορές, ιδιαίτερα η Τουρκία, είχαν χώρο να διαχειριστούν τον κήπο τους, να εφαρμόσουν ορισμένες μεταρρυθμίσεις», λέει. «Εμείς απλά [σπαταλήσαμε] τον πραγματικά πολύτιμο χρόνο τα τελευταία πέντε χρόνια, και τώρα μπορεί να είναι πολύ αργά».

Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, το τέλος τής εποχής των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης μπορεί να σημάνει θαλασσοταραχή ενόψη για τον Ερντογάν και το AKP. Όπως κατέστησε σαφές η αύξηση του επιτοκίου την 28η Ιανουαρίου, το οικονομικό τοπίο αλλάζει κάτω από τα πόδια τού Ερντογάν. Δεν είναι απολύτως σαφές αν ο ίδιος θα είναι σε θέση να συμβαδίσει.

Ο πληθυσμός είναι απίθανο να νιώσει την οικονομική ύφεση για τουλάχιστον λίγους ακόμα μήνες, κάτι που σημαίνει ότι το AKP μπορεί ακόμα να τα πάει αρκετά καλά στις τοπικές εκλογές τής 30ης Μαρτίου. Αλλά, το τέλος τής εποχής των φθηνών πιστώσεων και της υψηλής ανάπτυξης θα μπορούσε να προοιωνίζεται κινδύνους για τον Ερντογάν, αν κατεβεί στις προεδρικές εκλογές τού φετινού καλοκαιριού, όπως αναμένεται να κάνει. Το σκάνδαλο διαφθοράς, στο οποίο ενεπλάκησαν τέσσερις από τους υπουργούς του, έχει ήδη διαβρώσει την υποστήριξη προς τον Τούρκο ηγέτη. Σε μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε στα μέσα Ιανουαρίου, ο βαθμός αποδοχής του έπεσε στο 39,4% από 48,1% μόλις ένα μήνα νωρίτερα και πολύ μακριά από το 59,1% που απολάμβανε τέλος τού 2012. Μια επιβράδυνση της οικονομίας μπορεί να σπείρει περαιτέρω τον όλεθρο στις πολιτικές του φιλοδοξίες, επιτείνοντας την ζημιά από το εν εξελίξει σκάνδαλο διαφθοράς. «Ένας λογικός αριθμός ανθρώπων μπορεί να είναι πρόθυμος να ξεχάσει την διαφθορά εφόσον η κυβέρνηση φέρνει ανάπτυξη και απασχόληση και ευημερία και τα τοιαύτα», λέει ο Asaf Savaş Akat, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Bilgi της Κωνσταντινούπολης. «Εάν η κυβέρνηση δεν μπορεί να το κάνει αυτό, τότε το ζήτημα της διαφθοράς μπορεί να αρχίσει να πονάει».

Βραχυπρόθεσμα, ο Ερντογάν θα πρέπει να ζήσει, όχι μόνο με τις επιπτώσεις τής αύξησης των επιτοκίων αλλά και με μια πολιτική κρίση εν μέρει δικής του υπαιτιότητας. Έχοντας καταφύγει σε βίαιες τακτικές, θεωρίες συνωμοσίας και μια εκκαθάριση της γραφειοκρατίας για να εκτονώσει την εν εξελίξει έρευνα για διαφθορά, ο ηγέτης τής Τουρκίας έχει βάλει την μεγαλύτερη κληρονομιά τής κυβέρνησής του – την πολιτική σταθερότητα - σε δοκιμασία. Αυτό από μόνο του, ανεξάρτητα από τις προβλέψεις για την ανάπτυξη, τα επιτόκια και την σχετική ισχύ τής τουρκικής λίρας, απειλεί να τρομάξει τους επενδυτές, τουλάχιστον σύμφωνα με τον Μουχαρέμ Γιλμάζ, τον πρόεδρο της μεγαλύτερης Επιχειρηματικής Ένωσης της Τουρκίας.

Η Τουρκία είναι «μια χώρα όπου η υπεροχή τού δικαίου δεν εισακούεται, όπου οι δικαστικοί μηχανισμοί δεν λειτουργούν με τους κανόνες τής ΕΕ, όπου η ανεξαρτησία των ρυθμιστικών αρχών είναι στιγματισμένη, όπου υπάρχει πίεση στις εταιρείες μέσω φορολογικών προστίμων και άλλων ποινών, όπου η νομοθεσία σχετικά με τους διαγωνισμούς αλλάζει τακτικά», είπε σε ομιλία του στις 23 Ιανουαρίου ο Γιλμάζ, ο επικεφαλής τής Τουρκικής Ένωσης Βιομηχανίας και Επιχειρήσεων,. «Δεν είναι δυνατόν το ξένο κεφάλαιο να έρθει σε μια τέτοια χώρα».

Ο Ερντογάν απάντησε την επόμενη ημέρα. Τα λόγια τού Γιλμάζ, είπε, ισοδυναμούν με «προδοσία».

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.