Μια λιγότερο τέλεια Ένωση | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μια λιγότερο τέλεια Ένωση

Η Ευρώπη μετά την ελληνική κρίση χρέους
Περίληψη: 

Για τα εκατομμύρια των ανθρώπων που έχουν ζήσει υπό μια ελεύθερη, σταθερή, ευημερούσα, και συνεχώς διευρυνόμενη Ευρώπη, οι διαιρέσεις που παρουσιάστηκαν κατά την διάρκεια της ελληνικής κρίσης αποτελούν μια καταστροφική τροπή των γεγονότων.

Η KATHLEEN R. McNAMARA είναι καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Georgetown και συγγραφεύς του βιβλίου με τίτλο The Politics of Everyday Europe: Constructing Authority in the European Union [1].

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα απαράμιλλο ιστορικό πείραμα διακυβέρνησης. Δεν υπάρχει άλλο παράδειγμα στην σύγχρονη εποχή τόσο έντονης προσπάθειας για την δημιουργία μιας ειρηνικής, ευημερούσας πολιτικής κοινότητας πέραν του έθνους-κράτους. Χαλυβδωμένη από τις στάχτες δύο καταστροφικών παγκόσμιων πολέμων και μιας μεγάλης ύφεσης, η ένωση των εθνών-κρατών έχει γίνει αυξανόμενα στενότερη μέσω αγορών, νόμων και θεσμών. Παρά το γεγονός ότι η εμπιστοσύνη και η αισιοδοξία που πρέπει να στηρίζουν μια τέτοια κοινότητα αυξήθηκε και εξασθένισε με την πάροδο των ετών, η δηλητηριώδης ατμόσφαιρα που έχει ανακύψει στον απόηχο των διαπραγματεύσεων για το ελληνικό χρέος είναι αξιοσημείωτη, ιδίως καθώς έρχεται αμέσως μετά από πολλές δεκαετίες εξαιρετικής επιτυχίας.

Κατ’ αρχάς, ας είμαστε ξεκάθαροι: Η ΕΕ δεν καταρρέει, και, ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει στην Ελλάδα και την ευρωζώνη, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, οι νόμοι και οι πολιτικές θα παραμείνουν στην θέση τους για το εγγύς μέλλον. Αλλά η αντίληψη ότι η Γερμανία έπαιξε ένα ωμό παιχνίδι ισχύος για να αναγκάσει την Ελλάδα να δεχτεί καταστροφικούς όρους διάσωσης ως αντάλλαγμα για την συμμετοχή της στο ευρώ, έχει εξαπολύσει μια αντίδραση κατά της χώρας αυτής και έχει βαθύνει το ρήγμα μεταξύ της βόρειας και της νότιας Ευρώπης. Κατά την διαδικασία αυτή, οι ελληνικές διαπραγματεύσεις έχουν μειώσει την προθυμία πολλών πολιτών της ΕΕ να ενώσουν τις πολιτικές τους τύχες, μια δέσμευση που αποτελούσε την καρδιά και την ψυχή του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μια λιγότερο συνεκτική Ευρώπη, η οποία είναι απρόθυμη να δράσει στον κόσμο ως μια ενιαία μονάδα και ως εκ τούτου λιγότερο σε θέση να αντιμετωπίσει τις βασικές προκλήσεις της ηπείρου: Οικονομική στασιμότητα και ανεργία, εισροή πολιτικών προσφύγων, κλιματική αλλαγή και πολιτική αστάθεια εκτός των συνόρων της. Γενικότερα, η κρίση του ελληνικού χρέους έχει αποδείξει μια για πάντα την ευθραυστότητα μιας πολιτείας που δεν στηρίζεται σε ισχυρά θεσμικά όργανα και κανόνες νομιμοποιημένης δημοκρατικής διακυβέρνησης.

20072015-1.jpg

Η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ μιλά με τον πρόεδρο της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ στην διάρκεια μιας έκτακτης συνόδου κορυφής της ευρωζώνης για την Ελλάδα στις Βρυξέλλες, τον Ιούνιο του 2015. JOHN THYS / COURTESY REUTERS
--------------------------------

Η κατανόηση του πώς η ελληνική κρίση θα επηρεάσει το μέλλον της ΕΕ απαιτεί πρώτα την εξέταση των πηγών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Το ευρωπαϊκό σχέδιο έχει από καιρό προχωρήσει σε δύο ξεχωριστές αλλά ενισχυτικές οδούς. Η πρώτη είναι αυτό που οι μελετητές αποκαλούν «διακυβερνητισμός» (intergovernmentalism). Με την πάροδο των ετών, μια σειρά από υψηλού επιπέδου διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε μισή ντουζίνα πολύπλοκες Συνθήκες που θέτουν το σχέδιο για την ΕΕ ως πολιτικό παράγοντα, από την Συνθήκη της Ρώμης το 1958 (με την οποία ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα) μέχρι την Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992 (που δημιούργησε το ευρώ) μέχρι την Συνθήκη της Λισαβόνας το 2009 (η οποία αναβάθμισε την παρουσία της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ). Οι Συνθήκες έχουν επεκτείνει τις ικανότητες της πολιτικής της ΕΕ, αναδιοργάνωσαν τους θεσμούς και τους φορείς της, και διεύρυναν την Ένωση ώστε να συμπεριλάβει 28 κράτη πέραν του πυρήνα των αρχικών έξι. Οι συνθήκες έτυχαν διαπραγμάτευσης από εκλεγμένους εθνικούς ηγέτες που λογοδοτούν, και συχνά έχουν εγκριθεί από εθνικά κοινοβούλια ή δημόσια δημοψηφίσματα. Σε αυτή την λεγόμενη διαδικασία διακυβερνητισμού, ο καγκελάριος της Γερμανίας και ο πρόεδρος της Γαλλίας ήταν οι κρίσιμοι παράγοντες προσδιορισμού της πορείας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Εξισορροπώντας τις διαφορετικές οικονομικές και γεωπολιτικές θέσεις των άλλων, η γαλλο-γερμανική ηγεσία κατά την διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών επέτρεψε την αποτελεσματική διαχείριση των διαφορετικών εθνικών προτιμήσεων και οραμάτων για την ΕΕ.

Η δεύτερη οδός ήταν μια σταδιακή θεσμική ανάπτυξη από τα χαμηλά επίπεδα. Εδώ, αυτό που οι μελετητές αποκαλούν «λειτουργικότητα» (functionalism) έχει εξευρωπαΐσει την καθημερινή ζωή μέσω κανόνων και προγραμμάτων που έχουν μετασχηματίσει σταδιακά σε ευρωπαϊκή διακυβέρνηση αυτό που στο παρελθόν ήταν η εθνική διακυβέρνηση. Σε αυτή την διαδικασία, οι κυβερνήσεις δεν είναι οι πρωταγωνιστές˙ Αντ 'αυτού, οι λεγόμενοι ευρωκράτες, σε συνεργασία με τις εθνικές γραφειοκρατίες και κοινωνικές ομάδες, έχουν δημιουργήσει ειδικούς κανόνες και προγράμματα για την υλοποίηση των γενικών στόχων των Συνθηκών, δημιουργώντας έναν ιστό θεσμών και πρακτικών σε ολόκληρη την Ευρώπη. Από τους νόμους της κυκλοφορίας οχημάτων μέχρι την ασφάλεια των τροφίμων, από τα δικαιώματα υγειονομικής περίθαλψης μέχρι την ιδιωτικότητα στο Διαδίκτυο, η ΕΕ αυξανόμενα και παρεισφρητικά διαμορφώνει την δημόσια και ιδιωτική ζωή στα 28 κράτη-μέλη της και πέρα από αυτά. Η δημοκρατική νομιμοποίηση της «λειτουργικότητας» στηρίζεται στην έννοια της τεχνοκρατικής τεχνογνωσίας και της ουδετερότητας του νόμου, ο οποίος στην ιδανική μορφή του μεταχειρίζεται όλους τους Ευρωπαίους με τον ίδιο τρόπο.