Κυπριακό: Μια άβολη πραγματικότητα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Κυπριακό: Μια άβολη πραγματικότητα

Ποια λύση μπορεί να είναι βιώσιμη

Μια win-win προσέγγιση, θα πρέπει να δει τι μπορεί να ενσωματώσει στην πολιτική της από τις θέσεις του αντιπάλου, ώστε να καθησυχάζει τις ανησυχίες της άλλης πλευράς χωρίς να υπονομεύει τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα αλλά και να έχει πραγματικές πιθανότητες αποδοχής από τον συνομιλητή της. Επίσης, για να έχει πιθανότητες αποδοχής από την τουρκική πλευρά η οποία έχει και το συγκριτικό πλεονέκτημα μετά το 1974, και λαμβάνοντας υπόψη ως δεδομένο ότι η ελληνική πλευρά έχει αποκλείσει την στρατιωτική επιλογή (αλλά και να μην την είχε αποκλείσει, το φανερό και αντικειμενικό έλλειμμα ισχύος δεν επιτρέπει τέτοιες σκέψεις), η όποια νέα ελληνική πολιτική θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τις εμπειρίες και τις θέσεις και της άλλης πλευράς προκειμένου να μπορέσει να παρακάμψει αντικειμενικές δυσκολίες και παγιωμένες καταστάσεις που υπάρχουν και στην τουρκοκυπριακή πλευρά.

Σε γενικές γραμμές οι κυρίαρχες προσεγγίσεις των δύο κοινοτήτων από το 1974 έως σήμερα παραμένουν σταθερές και έχουν αποκρυσταλλωθεί στα παρακάτω βασικά σημεία:

Ελληνοκυπριακές βασικές θέσεις:

-Υψηλή προτεραιότητα σε θέματα όπως η ελευθερία της μετακίνησης, της ιδιοκτησίας και εγκατάστασης.
-Πρόταξη ζητημάτων όπως η επιστροφή ιδιοκτησιών και κατεχόμενων περιοχών
-Άρση κάθε είδους εγγυήσεων από άλλες χώρες προς τις κοινότητες του νησιού ή το κυπριακό κράτος
-Ομοσπονδιακή διζωνική λύση με ισχυρή κεντρική εξουσία και αδύνατα κρατίδια

Τουρκοκυπριακές βασικές θέσεις:

-Συνομοσπονδιακή λύση με ισχυρά ομόσπονδα κρατίδια και αδύνατη κεντρική εξουσία
-Εγγυήσεις ασφάλειας για την τουρκοκυπριακή κοινότητα από την Τουρκία
-Αναγνώριση πολιτικής ισότητας μεταξύ των δύο κοινοτήτων της Κύπρου
-Συνεκμετάλλευση των υποθαλάσσιων φυσικών πόρων της Κύπρου και από τις δύο κοινότητες (προστέθηκε τα τελευταία χρόνια).

ΕΛΛΕΙΨΗ ΡΕΑΛΙΣΜΟΥ

Στην Κύπρο, η γεωπολιτική επικράτησε έναντι κάθε άλλης προσέγγισης. Η γεωγραφία ήταν υπέρ της Τουρκίας και η ιστορία και η δημογραφία ήταν υπέρ της Ελλάδας. Τοπικά, οι Ελληνοκύπριοι ήταν πιο ισχυροί από ό, τι οι Τουρκοκύπριοι συμπατριώτες τους, αλλά αυτό ανατρέπονταν από την ισχυρότερη δύναμη του μητρικού έθνους των Τουρκοκυπρίων, δηλαδή της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας, καθώς και από την τουρκική εγγύτητα στην Κύπρο. Το Κυπριακό, ο ελληνισμός το αντιμετώπισε εξαρχής ως μια ουτοπία. Δεν έκανε σωστή εκτίμηση της διεθνούς πολιτικής. Το αντιμετώπισε έως και απλοϊκά ως μια επιβράβευση των θυσιών του στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ή ως μια επικράτηση του αισθήματος δικαίου στο διεθνές σύστημα, όπου η αναγνώριση της διαχρονικής προσφοράς του ελληνισμού στον παγκόσμιο πολιτισμό, θα επέφερε περίπου ως αυτοδίκαια την ικανοποίηση των ελληνικών εθνικών δικαίων. Όμως, το νόμισμα των διεθνών σχέσεων είναι η ισχύς. Εξαρχής οι πολιτικοί στόχοι των Ελληνοκύπριων ήταν πέρα από τις στρατιωτικές τους δυνατότητες. Στο γεωπολιτικό τετράγωνο Τουρκία – Ελλάδα – Τουρκοκύπριοι - Ελληνοκύπριοι, η ισορροπία δυνάμεων ήταν διαχρονικά συνολικά υπέρ της τουρκικής πλευράς. Η τουρκική απειλή για εισβολή στην Κύπρο το 1964 αποφεύχθηκε από τον ξένο παράγοντα, όχι από την ελληνική προβολή ισχύος. Αντίστοιχα η ελληνική στρατιωτική αντίσταση το 1974 δεν ήταν ικανή για να προστατέψει την Κύπρο από την εχθρική εισβολή, ούτε και εν συνεχεία να αντιστρέψει τα αποτελέσματά της.

Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004 και η ένταξη από 1ης Ιανουαρίου 2008 της Κύπρου στην ζώνη του Ευρώ, αποτέλεσαν σημαντικά πολιτικά ορόσημα στην ιστορία της Κύπρου και τα δύο σημαντικότερα επιτεύγματα της ακολουθούμενης έως τώρα εθνικής πολιτικής στο Κυπριακό. Όμως η αδυναμία συνδυασμού τους με την αντίστοιχη στρατιωτική ισχύ και η εμμονή σε ανέφικτους πολιτικούς στόχους δεν ήταν δυνατό να επιφέρουν σημαντικότερα ευεργετικά αποτελέσματα, καθώς από ελληνικής πλευράς δεν υφίσταντο άλλα μέσα και περαιτέρω δυνατότητες για να αντιστραφεί η αρνητική μετά το 1974 κατάσταση. Όμως, ο χρόνος που διανύεται άπρακτα δεν είναι μακροπρόθεσμα προς όφελος των ελληνικών συμφερόντων.

Επιπρόσθετα, δεν υπάρχουν ορατές ενδείξεις που να δημιουργούν αξιόπιστες προσδοκίες για βελτίωση των δεικτών ισχύος του ελληνικού έθνους μακροπρόθεσμα ώστε να βελτιωθεί η διαπραγματευτική του ικανότητα στο άμεσο μέλλον ή σε διάστημα μιας ή δύο γενεών.

Η πραγματικότητα είναι ότι ο ελληνισμός υπολείπεται σχεδόν σε όλους τους δείκτες ισχύος από την Τουρκία. Η διαφορά αυτή, με το πέρασμα του χρόνου, στην καλύτερη περίπτωση θα παραμένει σταθερή, διαφορετικά θα διευρύνεται υπέρ της Τουρκίας.